Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Γιατί δεν μπόρεσα αυτή την άνοιξη να συναντηθώ με τον Βαπτσάροφ;

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 18.04.2008 · Φωτογραφία: ededchechine / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Защо не можах да се срещна през тази пролет с Вапцаров?

Έι, παιδί της εποχής σου,
που πέρασες από το σταυροδρόμι του παρελθόντος,
ας καθίσουμε τώρα οι δυο μας σ’ αυτή τη γη που μαλάκωσε απ’ την άνοιξη
κι ας ακούσουμε τον θόρυβο από τις πέτρες
σ’ εκείνον τον ιαπωνικό κήπο από ένα ξεχασμένο βιβλίο.
Τα πλατιά απομακρυσμένα σου, σμιγμένα φρύδια
και τα όμορφα πεταχτά αυτιά σου με κάνουν να γελώ,
μα καθαρά και χωρίς κοροϊδία.
Δεν το ένιωσες;
Τι πράγμα;
Μα την πνοή της τζαζ από το τρεμοπαίζον παράθυρο!
Μμ. Δεν υπάρχει πια ο χειμώνας.
Έφυγε κι η αίσθηση του πρόωρου σκοταδιού.
Έφυγαν και τα άρρωστα όνειρά μου
κι οι πόνοι στα πόδια.
Κι η επιθυμία ν’ απομακρυνθώ απ’ τον πίνακα,
μόνο για να τον δω πιο καθαρά.
Τι περιττά μαρτύρια, παιδί.
Τι ηρωικές προσπάθειες να
στρώσουμε τις σκέψεις μας κατ’ εικόνα και ομοίωση
κάποιου άτυχου, ανυποψίαστου Προτύπου.
Ας καθίσουμε τώρα οι δυο μας σ’ αυτή τη γη που μαλάκωσε απ’ τα αυλάκια
και μουσκεμένοι ολόκληροι ας γελάσουμε με τη θύμηση του χειμώνα
σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Αν και για όσους τον αγαπούν αυτό δεν σημαίνει τίποτα.
«…σπάζουν οι αλυσίδες η μια μετά την άλλη»
μουρμούριζα μέσα απ’ τα δόντια μου, διασχίζοντας τον δρόμο
κι ερχόμενος προς εσένα, χωρίς την παραμικρή ιδέα
γιατί τόσο θορυβώδικα με υποδεχόταν εκείνη η μέρα
κι αυτή η γη που μαλάκωσε απ’ τη φωτιά.
Μα τώρα, που πλησιάζω
τόσο ώστε να χάσω την καθαρή εικόνα
για την ολότητα αυτού που πρέπει να ξεχάσω,
σκέφτομαι πως δεν ήταν γραφτό να συναντηθούμε,
κι ο πανάρχαιος θάνατός σου δεν
είναι αρκετή δικαιολογία γι’ αυτό.

Κι ας μην αλλάξουμε γνώμη για τα πράγματα
όπως θα έκανε κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος.
Έτσι δεν θα ενοχλήσουμε τους στενόκαρδους
γείτονές μας στη ζωή, και ίσως μάλιστα
να πάρουμε την άδειά τους να καθίσουμε λίγο
στην ίδια γη που μαλάκωσε απ’ το αίμα σου
την ίδια ώρα των ημερών —
των δικών σου και των δικών μου.