Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Μια σκέψη που προσπαθούσα να σβήσω

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 10.01.2009 · Φωτογραφία: muhammad.abdullah / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Мисъл, която се опитвах да изтрия

Πολύ παλιά, πίσω και κάτω,
στο κεφάλι μου δεν υπήρχε τίποτα το ιδιαίτερο.

Κάποια στιγμή φύτρωσαν λεξούλες,
εκεί κρυφακουσμένες, εδώ σκόρπιες.

Πολύ παλιά, πίσω και κάτω —
τα μάτια μου να κοιτούν, τ’ αυτιά μου τεντωμένα.

Και τις δικές μου σκέψεις από τις ξένες
τις ξεμπέρδευα, τις αναγνώριζα και χαιρόμουν μ’ αυτές.

Σιγά σιγά οι φωνές σώπασαν.
Οι σκέψεις στέρεψαν — οι δικές μου.

Σιγά σιγά έβγαλα και τα παραθέματα.
Μέρα με τη μέρα τα έξυνα με το νύχι.

Και τώρα είμαι κλεισμένος σ’ αυτό το λιβάδι.
Κάθομαι και παλεύω με μια τελευταία σκέψη.

Σφηνωμένη ανάμεσα στον λάρυγγα και την κορυφή του κεφαλιού
δεν υποχωρεί σε σπρωξίματα, παρακάλια, συλλογισμούς.

Πήρα φόρα θυμωμένος να τη σπρώξω έξω με τη βία.
Την κοίταξα χαζά, μα θυμωμένα και με νόημα.

Της πρότεινα συμφωνία, της βρήκα επιχειρήματα.
Τη δωροδόκησα με λογική ώσπου να διστάσει.

Την ξερίζωσα από το περιβάλλον της,
ταξιδέψαμε μακριά κι ωραία.

Εξασκήθηκα στην αυτογνωσία,
πήγα ακόμα και σε αγώνα.

Κοιμήθηκα βαθιά κι ονειρεύτηκα πως την ξεχνώ,
μα όλο δεν τα κατάφερνα κι ακόμα δεν τα καταφέρνω.

Να τη βγάλω από κει και να μ’ αφήσει.

Τώρα είμαι κλεισμένος σ’ αυτό το λιβάδι.

Σωπαίνω απέναντι στον εαυτό μου — σκυφτή σιλουέτα
που στηρίζεται σε μια σκέψη.