Κύκλοι
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Кръгове
Μου έλεγες «Αρτεμίδωρε, αντίο...»
κι εγώ λυπόμουν που σταματούσες το απόσπασμα.
Σαν από όλο το ποίημα
να είχες κρατήσει μόνο τον αποχαιρετισμό.
Στις σειρές των δέντρων πίσω απ’ το παράθυρο
ξέσπαγε μεγάλη αναταραχή.
Τα κύματα του ανέμου και η ορμή των σταγόνων
τα έκαναν πιο γέρικα. Όχι πιο σοφά.
Μου έδινες το χέρι και κρατούσες για μια στιγμή το δικό μου.
Ψέμα και ψευτιά στη ζεστασιά της παλάμης σου.
Ή μήπως το διάβαζα στο βλέμμα σου;
Ο μαύρος φόβος της μοναξιάς και της μονάχης ύπαρξης...
Δεν είχα την αίσθηση πως το χέρι μου ήταν το μόνο
ή πως το δικό σου ήταν το μόνο.
Δεν είχα αίσθηση.
Οι ιαπωνικές κερασιές, δώρο των Ιαπώνων
στον δρόμο μου, ύφαιναν ροζοκόκκινο χαλί.
Περιγελούσαν τον φράξο στην πίσω μου αυλή
και φούσκωναν σε κάθε επιδοκιμαστική κραυγή.
Οι περαστικοί κοίταζαν τις ιαπωνικές κερασιές.
Ο φράξος μεγάλωνε ινκόγκνιτο και ψηλά.
Άλλη φορά, μ’ ένα ικετευτικό χαμόγελο
κρυμμένο στο ακουστικό του τηλεφώνου,
η φωνή σου μου χαμογελούσε
και με παρότρυνε να σου απαντώ.
Δεν θα σωπάσουμε. Θα μιλήσουμε.
Έτσι θα κρυφτούμε καλύτερα.
Πίσω απ’ τα ιαπωνικά άνθη των σκόρπιων φράσεων.
Πίσω απ’ το ροζοκόκκινο χαλί από συλλαβές.
«Αρτεμίδωρε, αντίο...»
«Αντίο, ομορφιά μου...»
Ο πράσινος παπαγάλος
που χτύπησε στο παράθυρό μου
κι ο πράσινος παπαγάλος που τραγουδούσε τα χαράματα...
Τα μαύρα κοράκια που πετούν πίσω απ’ το περιστέρι.
Όλα είναι κομματάκια ουρανού,
απ’ τον οποίο ο φράξος περιμένει τη βροχή του.
Οι κύκλοι απ’ τα βήματά μας πλάταιναν
μέσα στο νερό.