Πανηγύρι στον κάμπο
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Панаир в полето
(Αυτό είναι κάποιου είδους εντύπωση. Υποθέτω πως έτσι λέγεται… Οι κατηγορίες μου κουτσαίνουν λιγάκι.)
Λοιπόν, μπήκα στην ουρά, γιατί βλέπω πως μπροστά ένας ξερακιανός ψηλέας, χαμογελαστός ως τα αυτιά, μοιράζει μενταγιονάκια.
Έχει με σταυρουδάκι, με άστρο του Δαβίδ, ένα μισοφέγγαρο έτσι, μισοβγαλμένο, αγαλματάκι του Βούδα, ένα ζευγάρι σανδάλια του Πυθαγόρα, κάτι ζωροαστρικά σύμβολα πάνω σε κομμάτι ξύλο και μερικά ακόμη αφρικάνικα, νοτιοαμερικάνικα κι ασιατικά τεχνουργήματα, που δεν τα ’χα ξαναδεί, λιθογραφίες του Τσε Γκεβάρα, του Λένιν και του Μαρξ, καθισμένοι σε κάτι τραπέζι και χασκογελάνε. Κι όλοι τους, σου λέω, χαμογελούσαν σοβαρά και οι τρεις…
Και γύρω γύρω σκηνές με φολκλορικά συγκροτήματα, ψησταριές με κεμπαπτσέτα, φασαρία, κόσμος. Τρελή καλοπέραση.
Κάποια στιγμή πλησιάζει η σειρά μου, κι εγώ σκέφτομαι: «Τώρα ποιο να ζητήσω;» Μα δεν ξέρω. Και δεν μπορώ ν’ αποφασίσω, γιατί είμαι λίγο αναποφάσιστος. Και τον βλέπω που δίνει από ένα στον καθένα, κι εμένα με τρώει. Κι όταν βρέθηκα πια απέναντί του, γουρλώνω τα μάτια στον χαμογελαστό και του λέω:
«Συγγνώμη, μπορώ να πάρω από ένα απ’ όλα, γιατί μ’ αρέσουν πολύ…»
Κι αυτός χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά, άρπαξε απ’ όλα και μου τα άδειασε στις χούφτες.
Λοιπόν, χάρηκα τόσο που τραβήχτηκα λίγο, τα ακούμπησα κάτω για μια στιγμή, γύρισα προς το μέρος του και του λέω:
— Ευχαριστώ πολύ για την ωραία συλλογή!
Και του χάρισα ένα εισιτήριο για τη συναυλία της Έιμι Γουάινχαουζ στο Βελιγράδι. Κι ο δικός μας, σου λέω, μόλις κατάλαβε τι του δίνω, πώς συγκινήθηκε! Μόλις που πρόλαβα ν’ αρπάξω τα μενταγιονάκια και να το σκάσω. Είχε βγει πίσω απ’ τον πάγκο κι ερχόταν προς τα μένα με ανοιχτές αγκάλες. Σκέφτηκα πως θέλει να με αγκαλιάσει ή κάτι τέτοιο… κι εγώ — δρόμο!
Κι εκείνος τρέχει πίσω μου και φωνάζει:
Όποιος θεός σε πετύχει όπου να ’ναι — να σ’ ευλογεί! Ευχαριστώ, φίλε! Αυτή η γκόμενα είναι απίστευτη! Θα ’μαι εκεί!
Κι εγώ γυρίζω στο πλάι (μα δεν σταματώ να τροχάζω) και του φωνάζω:
«Κρίμα που δεν έχεις καρτ ποστάλ με τα χειρόγραφα του Κουμράν, αλλά θα το ξεπεράσουμε, ντε!»
Ο δικός μας γούρλωσε τα μάτια (μα κάπως συνέχιζε να χαμογελά), γύρισε πίσω και ξανάπιασε το μοίρασμα, γιατί η ουρά είχε αρχίσει κάπως να επαναστατεί.