Αλέξανδρος Άντροβ
Διήγημα

Αρνί κλέφτικο

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 22.12.2010 · Φωτογραφία: wirestock / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Агне по хайдушки

1.

Πολύ συχνά, πριν κοιμηθώ, πιάνω να διαβάσω κάτι βαρύ και δύσπεπτο.

Με βοηθάει γρήγορα και στη χώνεψη και στον ύπνο.

Και χθες βράδυ είχα ανοίξει ένα λεπτό τομάκι του Μαξίμου του Ομολογητή. Λεπτό ήταν — λεπτό, δεν λέω. μόλις καμιά εκατοστή σελίδες, αλλά επειδή αυτός ο Ομολογητής είναι δύσκολος στη μετάφραση, σχεδόν ακατανόητος μάλιστα, είχα ανοίξει το τομάκι στο πρωτότυπο. Αυτό απλώς ενίσχυσε το υπνωτικό αποτέλεσμα, σαν να είχα ανακατέψει σε μια κανάτα βάλιουμ λίγο δυόσμο και μια φλουδίτσα λεμόνι και να την είχα κατεβάσει μονορούφι. Καταλαβαίνετε; Απ' αυτά τα κλέφτικα ρουφήγματα που σου τρέχει στα γένια και ακούγεται ένα ιδιαίτερο γουργουρητό ανάμεσα στις γουλιές. Κι έτσι δεν υπέκυψα στις διανοητικές προκλήσεις του βαθύτατα σεβαστού μου Ομολογητή, ο οποίος εδώ και εννιά, δέκα αιώνες δεν ενδιαφερόταν και πολύ αν κάποιος αποκοιμιέται με τις σελίδες του ή καταφέρνει να περάσει κάτι απ' αυτές στο νήμα των συλλογισμών του. Ήμουν δυστυχώς εντελώς ανοσοποιημένος απέναντι στο υψηλό του ύφος και τη θολή του έκφραση. Έχανα το νήμα του ήδη μετά την τρίτη πρόταση, κι επειδή γύριζα στην πρώτη, μετά μέσω της δεύτερης στην τρίτη, και πάλι και πάλι... πετύχαινα γρήγορα το αποτέλεσμα του μετρήματος προβάτων. Το ξέρετε... Ναι. Άλλωστε δεν υπήρχε τίποτα ανησυχητικό σ' αυτό. Τόσο μου είχε δοθεί ή τόσο είχα καταφέρει να πάρω... Από τη φύση ή από τον Θεό, από το σχολείο, τους φίλους, το σπίτι... Υπάρχουν βιβλία που σε ξεπερνούν. Δεν γίνεται. Οι άνθρωποι λένε συχνά για τέτοια στρυφνά βιβλία: «Ε, αυτό δεν μπόρεσε με τίποτα να μου κινήσει το ενδιαφέρον...» Τίποτα ντροπιαστικό. Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι δεν γράφτηκαν για το δικό μου μυαλό. Δεν του είναι ενδιαφέροντα, και τέλος. Έτσι είναι η ζωή. Όπως είπε δήθεν ο Αϊνστάιν — διορθώστε με αν κάνω λάθος — «Όλοι πιστεύουν στα έργα μου, κι εγώ πιστεύω μόνο στον Πέτρο Ντούνοφ». Έτσι κι εγώ. Όλοι πίνουν δυο ποτήρια κρασί μετά από μερικά πιο δυνατά ποτά, ενώ εγώ διαβάζω τον Μάξιμο τον Ομολογητή και τον βάζω να πηδάει τον φράχτη σαν νεαρό κατσικάκι. Έτσι είναι η ζωή. Έτσι είναι η ζωή. Έτσι είναι η ζω...

Από τη γλυκιά νάρκη με έβγαλε το κουδούνισμα του σταθερού τηλεφώνου. Παράξενο πράγμα. Δεν το είχα ακούσει να χτυπάει πάνω από έναν μήνα. Ποιος χρησιμοποιεί σήμερα το σταθερό στις έντεκα το βράδυ; Το εξέλαβα ως ασέβεια προς εμένα και προς το ιδιότροπο πρόβατο που διάβαζα. Φυσικά σήκωσα γρήγορα, μάλλον σε ένδειξη αποφασιστικότητας. Άκουσα τη μουρμουριστή μου χροιά με τις μεταλλικές ίνες στη φωνή, που βγαίνει τα πρώτα δέκα λεπτά μετά το ξύπνημα. Πρόσθεσα και λίγη κοφτή ανάσα.

— Ναι; —

— Κοιμόσουν; Μη σε ξύπνησα;

— Ποιος είναι;

— Μίτκο, εγώ είμαι, βρε. Δεν με γνώρισες.

— Κάτι δεν μπορώ να...

— Ο Πέταρ είμαι. Γεια. Συγγνώμη που παίρνω λίγο αργά, αλλά ήθελα να σε ρωτήσω αν έχεις δυο μέρες την άλλη βδομάδα να κάνεις μια βόλτα με τη θεία μου στον Αίμο; Ξέρεις ποια; Την εθνολόγο.

Η θεία του Πέταρ, η εθνολόγος, ήταν μία από τις πιο διάσημες θείες του Πέταρ και από τις πιο διάσημες εθνολόγους ταυτόχρονα. Ολόκληρος ο κόσμος των εθνολόγων αποκοιμιόταν με το όνομά της στα χείλη. Κι όχι σαν εμένα, με πεθαμένα από τον ενδέκατο αιώνα πρόβατα της ορθόδοξης σκέψης. Να που είχε έρθει η στιγμή να απαντήσω κάτι, γιατί ο Πέταρ είχε σταματήσει να μιλάει πάνω από μισό λεπτό. Όμως δεν έκανε χαζές ερωτήσεις του τύπου «Μίτκο, μ' ακούς; Είσαι ακόμα εκεί»... Είχε καταλάβει ότι είμαι εκεί, ότι με είχε ξυπνήσει, ότι δεν είχα ιδέα τι έλεγε, και τώρα το απολάμβανε με τον πιο δαιμονικό τρόπο. Φανταζόταν τη νυσταγμένη μου φάτσα να ψάχνει κάποιο νόημα στη θεία του.

— Πότε αυτό; Όταν δεν έχεις τι να ρωτήσεις, μπορείς πάντα να χώσεις μια τέτοια ερώτηση.

— Ε, έρχεται την άλλη Τρίτη...

— Και σήμερα τι μέρα έχουμε; — συνέχισα να κερδίζω χρόνο. Μάταια...

— Κοίτα, Μίτακ, η θεία έρχεται σε τρεις μέρες. Προσγειώνεται, πίνει έναν καφέ και πετάει για τη μονή Γκλόζενε και τα γύρω χωριά. Αν σου κάνει κέφι να πετάξεις μαζί της — πέτα, και μη μου κάνεις τον κοιμισμένο.

Ο Πέταρ ήταν φυσικός. Ίσως και καλός φυσικός. Αλλά αυτό ήταν παλιά. Τα τελευταία χρόνια ο φίλος μου ήταν περισσότερο χημικός, κάπως βιοχημικός, κι από ένα σημείο και πέρα σκέτος βιολόγος. Ασχολιόταν με τα προβλήματα της ζύμωσης και την εφαρμογή τους στην απόσταξη υγρών με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ... Μη βάλετε τίποτα με το μυαλό σας! Ασχολιόταν εντελώς επαγγελματικά. Ποτέ δεν έχω πιάσει τον Πέταρ να πίνει ένα ή δύο ποτηράκια. Κανείς ποτέ δεν ξεσήκωσε το επιστημονικό του πνεύμα κατεβάζοντας δυο μικρά ρακιά. Αν ξέρετε τέτοιον άνθρωπο — παίρνω αμέσως πίσω τα λόγια μου. Ο Πέταρ όμως ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο με τα ρακιά του. Να βγάλει πίσω τα ρακιά του; Ο Πέταρ; Όχι αυτός. Σας διαβεβαιώνω — αληθινός επιστήμονας.

— Ε, εγώ με την εθνολογία... ενδιαφέρομαι...

— Είδες; Μου φάνηκε πως υπήρχε μια ελαφριά ειρωνεία στις καμπύλες της φωνής του. — Η κατάσταση έχει ως εξής. Την Τρίτη την παίρνεις από το αεροδρόμιο. Αριθμός πτήσης, ώρα προσγείωσης, τέρμιναλ-μέρμιναλ — δεν ξέρω. Βγάλε άκρη. Πάντως έρχεται από το Μόναχο. Αν την Τρίτη φτάνουν περισσότερες από μία πτήσεις από το Μόναχο — η αναμονή μπορεί να τραβήξει. Σου εύχομαι η μία να προσγειώνεται στις οχτώ το πρωί και η άλλη στις 12.00 το μεσημέρι. Έτσι δεν θα έχεις χρόνο ούτε να κουνηθείς από το αεροδρόμιο. Μαντεύεις με ποιον θα έρθει;

— Έλα τώρα, μην κάνεις τον κακό...

— Καθόλου δεν σε πειράζω. Δεν μπορώ να ανοίξω την μπίρα μου με το ακουστικό του τηλεφώνου, παλεύω εδώ και μερικά λεπτά και έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι.

— Κατάλαβα. Δοκίμασε με ανοιχτήρι...

— Δεν γίνεται. Το τηλέφωνο έχει καλώδιο...

— Δεν μπορείς να πας να φέρεις το ανοιχτήρι;

— Όχι, όχι. Δεν μπορώ να πιάσω καλά το καπάκι. Με εμποδίζει το καλώδιο...

Σ' αυτό το σημείο άρχισε να με παίρνει ένας διαολεμένος ύπνος και με κόπο άρχισα να ανακαλώ κάποιες αποσπασματικές πληροφορίες για τη θεία του Πέταρ... Ήταν αποσπασματικές... Πολύ αποσπασματικές.

— Πέταρ, η θεία σου πώς λεγόταν ακριβώς;

— Η θεία; Άνια Πόποφφ έχει αρχίσει να υπογράφει. Με δύο φι στο τέλος, φαντάσου. Της πρότεινα, αφού θα το παίζει «ο Σλάβος Νταβίντ-οφ», να μετονομαστεί τουλάχιστον σε «Ποπ-οφ», έτσι κάποια θέση θα εκφράσει στο τέλος... Την ξέρεις πώς είναι, ε; Μόνο με γελάει. Σκέφτηκα όμως ότι μπορεί να σου φανεί ενδιαφέρον μαζί της. Θα κάνει έρευνα για τα έθιμα και τις τελετουργίες του Αγίου Γεωργίου. Στους Βούλγαρους, στους τσιγγάνους και ποιος ξέρει ποιον άλλο θα βρει στα βράχια. Και τα ρεπορτάζ σου για τους Εβραίους Ασκενάζι ήταν πολύ ενδιαφέροντα, οπότε έκανα δυο και δυο και σου τηλεφώνησα... Έι, Μίτακ, την άνοιξα. Στην υγειά μας! Για τους Εβραίους ήταν τελικά αυτές οι συνεντεύξεις σου;...

— Στην υγειά μας! — Έκλεισα το τηλέφωνο και σκεπάστηκα ως το κεφάλι. Τίποτα πια δεν μπορούσε να εμποδίσει το κοπάδι μου να χοροπηδήσει ελεύθερα. Οι Εβραίοι Ασκενάζι και του Αγίου Γεωργίου. Πάντα πίστευα ότι ο Πέταρ κάνει τη σύνδεση. Αυτή, η θεία του, είναι ενδιαφέρουσα... Δημοσιεύει ενδιαφέρουσες μελέτες... Χρειάζομαι άδεια... Ναι, ναι. Ποιος θα υπογράψει τη Δευτέρα... Αναρρωτική. Ναι... Οι Εβραίοι Ασκενάζι... Μμμμμ... Ναι. Μπορεί να είναι και ρεπό. Τρίτη... μμμ... γίνεται.

2.

Την Τρίτη από το Μόναχο έφτανε μόνο ένα αεροπλάνο. Τέρμιναλ 2. 19.15. Ο Πέταρ ας περιμένει. Όλα ήταν εντάξει. Εκτός από την καθυστέρηση. Πρώτα ανακοίνωσαν καθυστέρηση 60 λεπτών, και όλα μου φαίνονταν ακόμα μέσα στα πλαίσια του φυσιολογικού. Όχι ότι βάζω πουθενά κορνίζες στις άκρες του φυσιολογικού. Το φυσιολογικό δεν είναι πίνακας, σωστά; Ύστερα, όταν είδα στον πίνακα ανακοινώσεων 20.40, ήξερα πια ότι τα πράγματα τακτοποιούνταν έτσι όπως τα έβλεπε ο Πέταρ. Ίσως το προφητικό του χάρισμα δυνάμωνε όταν άνοιγε μπίρα με το ακουστικό του τηλεφώνου. Μάλλον αποσυγκεντρώνεται και αρχίζει να βλέπει γεγονότα από το μέλλον... Άραγε πιάνει και για το λόττο; Πρέπει να του τηλεφωνήσω...

Στις 23.45 η θεία εμφανίστηκε και με αναγνώρισε αμέσως. Μου χαμογέλασε πλατιά, με αγκάλιασε και με φίλησε και στα δυο μάγουλα. Γαλλικά καμώματα. Η θεία του Πέταρ περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου της στο Παρίσι. Τον υπόλοιπο χρόνο προφανώς πετούσε από το Μόναχο για να χωθεί στα βουνά του Αίμου. Κι εγώ πού είχα ξεκινήσει άραγε; Αφού όμως είχα επανεξετάσει τους άμεσους στόχους μου και είχα διαπιστώσει ότι δεν υπήρχαν και πολλά να εξετάσω, είχα πάρει κεφάτος τον δρόμο για το αεροδρόμιο. Όχι ότι αυτό ήταν κάποιος στόχος, αλλά έμοιαζε με σημείο αφετηρίας. Έτσι τουλάχιστον το είχαν σχεδιάσει, σωστά; «Αφίξεις» — «Αναχωρήσεις»

«Αυτό είναι», σκέφτηκα. «Νέα αρχή. Κάτι διαφορετικό...»

— Μίτκο, γεια σου! — δεν θυμόμουν αν στη μοναδική μας συνάντηση πριν από δύο χρόνια στο σπίτι του είχαμε περάσει στον ενικό, αλλά εκείνη προφανώς το θυμόταν.

— Γεια σου, Άνια! — απάντησα μέσα στο μανίκι του φορέματός της, ακόμα στην αγκαλιά των γαλλικών ηθών.

— Με περίμενες πολύ; Τα σχέδια μπερδεύτηκαν λίγο, αλλά παρ' όλα αυτά προτείνω να μη μείνουμε στη Σόφια απόψε;

— Ε... — δρόσισα τον ενθουσιασμό της. Στο μοναστήρι δέχονται επισκέπτες μόνο ως τις 17.00. Τηλεφώνησα σήμερα...

— Το έλεγξα κι εγώ. Δεν μπορεί, στη Γιάμπλανιτσα θα βρούμε κάποιο ξενοδοχειάκι. Στη Σόφια να μείνουμε όσο λιγότερο γίνεται, προτείνω. — Τα λόγια της Άνια Πόποφφ με έριξαν σε πλήρη έκσταση. Όχι όμως το νόημά τους. Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που μπορούν να εκφράσουν διαταγή με απλές αφηγηματικές προτάσεις...

— Εντάξει — χαμογέλασα πλατιά. Γιάμπλανιτσα; Γιατί όχι; — έδειξα τις ικανότητές μου να συμφωνώ μέσω ερωτήσεων. ...

Το μπλε εικοσιεξάχρονο Βόλβο στέισον μου μας υποδέχτηκε ατάραχο στο πάρκινγκ. Το έβλεπα σαν κατοικίδιο. Μου άρεσε να το φροντίζω και πίστευα στον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στο αυτοκίνητο ενός άντρα και στον ίδιο, όπως πίστευα κι ότι υπάρχει κάτι ρομαντικό σε όλες τις περιπέτειες που μπορεί να τους συμβούν στον δρόμο, στα συνεργεία, στα βενζινάδικα ή απλώς στο πάρκινγκ κάποιου αεροδρομίου. Παιδιαρίσματα... Τελευταία είχαμε τραβήξει τα πάνδεινα με το Βόλβο μου. Πήγα σε εξειδικευμένο συνεργείο να αλλάξω το σιγαστήρα, τον δεύτερο σιγαστήρα και την εξάτμιση. Όταν πήρα το αυτοκίνητο όλα φαίνονταν εντάξει, αλλά ύστερα από μερικές μέρες, κατά τις οποίες άκουγα έναν διαφορετικό και ανησυχητικό θόρυβο σε κάθε πάτημα του γκαζιού, έσκυψα να δω πώς είχαν κάνει τη δουλειά και σε τι οφειλόταν αυτή η αλλαγή στον θόρυβο. Προς το καλύτερο ή...; Δεν έμεινα ικανοποιημένος από αυτό που είδα. Κι είχα πάει με σύσταση... Ο καινούργιος σιγαστήρας ήταν κολλημένος σε έναν στενότερο σωλήνα, που προφανώς λόγω της μικρότερης διαμέτρου του δεν μπορούσε να φροντίσει σωστά τα καυσαέρια. Κι ακόμα κι αν μπορούσε, το Βόλβο μου δεν ήταν σχεδιασμένο να έχει στενό σωλήνα σ' εκείνο το σημείο, και δεν θα είχε! Καλά. Ίσως να μην είναι εδώ η θέση αυτής της ιστορίας, αλλά δεν μπόρεσα να σωπάσω. Στενότερος σωλήνας... Τσαπατσούληδες... Θέλω κι άλλο να σας πω για το Βόλβο μου, αλλά κάπως, η βραδιά προχωρούσε. Κι έτσι, το κατοικίδιό μου στέισον δεν αντιστάθηκε ιδιαίτερα ούτε όταν η θεία Άνια σωριάστηκε στο μπροστινό κάθισμα δίπλα στον οδηγό, ούτε όταν τοποθέτησα στο πορτμπαγκάζ την τριαντάκιλη βαλίτσα, τον φωτογραφικό εξοπλισμό, τον σάκο και τις δύο τσάντες χειρός. Το Βόλβο μου με σκανδιναβική υπομονή και καλή διάθεση δέχτηκε όλα τα καινούργια και άγνωστα και γουργούρισε ικανοποιημένο προς την έξοδο της πόλης.

3.

— Μίτκο, παντρεύτηκες στο μεταξύ, αγόρι μου; Τι απέγινε εκείνο το συμπαθητικό κορίτσι που ακόμα το θυμάμαι; Πού είναι τώρα; Είστε μαζί; — ούτε για το λεπτό τακτ της θείας Άνιας είχα αναμνήσεις, και τώρα κατάλαβα γιατί μου έλειπε αυτή η ανάμνηση.

— Είναι στη Γαλλία πάνω από έναν χρόνο πια, — απάντησα ατάραχος και μισόκλεισα τα μάτια, καρφωμένος στον άδειο δρόμο. Πρόσεχα πολύ να μην κόψω κανένα αυτοκίνητο γύρω μας, παρόλο που ήμασταν εντελώς μόνοι στον αυτοκινητόδρομο.

— Ταξιδεύει πολύ ο κόσμος στις μέρες μας, — κατέληξε η θεία Άνια. — Δεν θυμάμαι πια ούτε γιατί χρειάζεται. Είναι κάτι σαν το βούρτσισμα των δοντιών το πρωί ή σαν το σιδέρωμα. Δεν ξέρεις γιατί το κάνεις ούτε ποιος σε έμαθε, αλλά είναι τόσο υφασμένο μέσα στη ζωή που ούτε σου περνάει από το μυαλό να το παρατήσεις.

— Κι εγώ ταξιδεύω πολύ... — παρενέβαλα.

— Ναι, καλά, αλλά δεν θα ήταν άσχημο να δοκιμάσεις και λίγη συμβίωση με κάποιον. Έτσι, για να αποκτήσεις πείρα, — πρόσθεσε η θεία Άνια, σαν να διάβαζε όλον τον τελευταίο χρόνο τις σκέψεις της μητέρας μου ή, τουλάχιστον, σαν να είχαν πιάσει από καιρό στενή αλληλογραφία. Ένα γράμμα το πρωί κι ένα το βράδυ — πιο εκτενές και με περισσότερες λεπτομέρειες. Ακολούθησε μια περίληψη κάπου δεκαπέντε λεπτών για τα κύρια πλεονεκτήματα του γάμου, τη δύναμη της αγάπης, την αλλαγή του χαρακτήρα που επέρχεται όταν ένας άνθρωπος ζει με έναν άλλον. Ήξερα ότι η θεία Άνια ζούσε μόνη πάνω από είκοσι χρόνια και άκουγα με περιέργεια.

— Δεν έχω τίποτα εναντίον να συμβεί κάτι τέτοιο. Όταν υπάρξει με ποιον, θα το κάνω κι αυτό, — πάτησα λίγο πιο δυνατά το γκάζι. Προφανώς το θέμα με έκανε να βιάζομαι προς το τέλος του αργοπορημένου μας ταξιδιού. Κι η θεία Άνια στο τέλος έβγαλε ατάραχη μισό μήλο από την τσέπη της και το δάγκωσε σκεπτική:

— Αχ, πολύ σκοτάδι σ' αυτούς τους δρόμους...

Η Γιάμπλανιτσα μάς υποδέχτηκε χωρίς περιττές τιμές. Το ξενοδοχείο ήταν καινούργιο, γυαλιστερό, με εικοσιτετράωρη ρεσεψιόν. Αφού πήραμε τα κλειδιά από μια ρεσεψιονίστ παράξενα φιλική για εκείνη την ώρα του εικοσιτετραώρου, η θεία Άνια κι εγώ κατευθυνθήκαμε προς τα δωμάτια. Μπορεί να φανταστείτε ότι απλώς τραβήξαμε νωθρά στους διαδρόμους... τίποτα τέτοιο. Στο λόμπι υπήρχε κάτι κωμικό, κι άρχισα να υποψιάζομαι ότι αυτό ήμουν εγώ. Η θεία Άνια ρυμουλκούσε τη βαλίτσα της και, χυμώντας με μεγάλη ταχύτητα προς την ανοξείδωτη πόρτα του ασανσέρ, μου μιλούσε πάνω από τον ώμο: «Αυτά τα ξενοδοχεία μού φαίνονται πολύ παράξενα. Κι όμως είναι υπέροχη βάση για αφετηρία και για επιστροφή. Πάντα κάνουν για καλή κατασκήνωση βάσης, θα δεις..., αν και αυτή τη φορά η αληθινή κατασκήνωση βάσης θα είναι το μοναστήρι...», ενώ εγώ έτρεχα ξοπίσω της λαχανιασμένος, με τις δυο τσάντες της, τον σάκο μου, τον φωτογραφικό εξοπλισμό και το κλειδί του δωματίου σφιγμένο γερά στην άκρη των χειλιών, μούγκριζα για απάντηση ή κατάφερνα να χώσω ένα «ε», «αχά», «μμ, να», «χμ» και «μχμ». Απόρησα σε τι δισύλλαβα αποτελέσματα μπορούν να οδηγήσουν τα 19 χρόνια εκπαίδευσης που είχα πίσω μου. Ναι. Τόσο. Από την πρώτη δημοτικού ως την αρχή του διδακτορικού μου. Δεν ήταν ενθαρρυντικό. 5 επιφωνήματα. Αν συνέχιζα με τον ίδιο ρυθμό, δεν θα μου έφτανε ο χρόνος να φτάσω στις τετρασύλλαβες λέξεις πριν από τη σύνταξη. Κι όσο για να βάλω μέσα λίγο νόημα; Πότε άραγε; Δεν ήθελα να σκεφτώ άλλο προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν ήταν ενθαρρυντικό... Ευτυχώς τουλάχιστον που το κλειδί που έσφιγγα ανάμεσα στα χείλη μού έδινε κάποια δικαιολογία. Μόνο που εγώ ήξερα πως περισσότερα δεν μπορούσε να περιμένει κανείς από μένα, ακόμα κι αν δεν υπήρχε το κλειδί.

Η θεία Άνια μπήκε στο δωμάτιό της κι έκλεισε την πόρτα χωρίς να γυρίσει ή να ξεστομίσει ούτε μια λέξη ακόμα. Δέκα λεπτά αφότου είχα αποσυρθεί ικανοποιημένος πίσω από την κλειστή μου πόρτα, κάποιος χτύπησε ηχηρά. Δεν είχα καμία αμφιβολία ποιον θα έβλεπα την επόμενη στιγμή. Άνοιξα σε δύο ποτήρια και ένα μπουκάλι, που μπήκαν θριαμβευτικά σέρνοντας πίσω τους την ίδια τη θεία Άνια. Το πρόσωπό της εξέφραζε ακλόνητη αποφασιστικότητα να αδειάσει μέρος του διάφανου περιεχομένου του μπουκαλιού στα ποτήρια.

— Μίτκο, κοιμάσαι καλά, αγόρι μου; Ας πάρουμε καλύτερα το υπνωτικό μας, μην τυχόν και τα κρεβάτια του ξενοδοχείου δεν μας σηκώσουν...

Η θεία Άνια έβαλε κάπου εκατό γραμμάρια στα ποτήρια του νερού που είχε βρει στο δωμάτιό της. Η μυρωδιά μού φανέρωσε ότι είχα απέναντί μου βότκα. Αν έπινα τώρα εκατό-διακόσια γραμμάρια βότκα, την άλλη μέρα δεν θα έβλεπα κανένα μοναστήρι. Θα κοιμόμουν ως τις 12 και θα χουζούρευα ως αργά το απόγευμα. Ένιωθα υπερβολικά κουρασμένος, και η κουβέντα για παντρειές μού είχε ρίξει τη διάθεση κάτω από το μηδέν.

— Εγώ θα αρνηθώ, σ' ευχαριστώ πάντως.

Η θεία Άνια ακούμπησε το ένα ποτήρι στο τραπεζάκι, σήκωσε το άλλο, το κατέβασε άδειο και, κοιτώντας με, αποφάνθηκε:

— Και ζεις ανθυγιεινά, επιπλέον. Δεν είναι καλό. Καληνύχτα, αγόρι μου. Γύρισε χωρίς άλλες εξηγήσεις. Κοίταξα λίγο την πόρτα που έκλεισε πίσω της και στράφηκα προς το παράθυρο. Εκείνη τη στιγμή μού ήρθε η φώτιση. Η θεία Άνια δεν ήθελε να πιω εγώ. Ή να μην πιω. Δεν μπορούσε να πιει μόνη. Αλλά ούτε μπορούσε να μην πιει το ποτηράκι της. Πώς άραγε τα βγάζει πέρα μ' αυτό το πρόβλημα όλα τα υπόλοιπα βράδια της ζωής της, όταν η αφεντιά μου δεν είναι τριγύρω; Θα το σκεφτόμουν αργότερα. Ήταν ήδη σαφές ότι ο Πέταρ είχε τα γονίδια της γενιάς του σε αφθονία, μα μόλις είχα βεβαιωθεί ότι ούτε οι υπόλοιποι πήγαιναν πίσω.

Το τελευταίο που θυμάμαι από εκείνη τη μέρα είναι πώς η σκέψη να βγάλω το παντελόνι μου αποσυρόταν στην ανυπαρξία, νικημένη από τη δύναμη της λογικής: «Θα το βγάλω το πρωί, πριν από το ντους»... Κι ύστερα τίποτα. Μόνο όταν το παράθυρο φωτίστηκε γύρισα σ' αυτή τη σκέψη και τράβηξα για το μπάνιο, ανασκοπώντας νοερά το προηγούμενο βράδυ και το επικείμενο ταξίδι προς το μοναστήρι. Ποια ήταν στην πραγματικότητα τα σχέδια; Ήταν καιρός να ρωτήσω.

Κατέβηκα στο ισόγειο του ξενοδοχείου. Έκανα μια στροφή ξύνοντας το κεφάλι, έγνεψα προς τη ρεσεψιόν και παρασύρθηκα από τα κύματα της μυρωδιάς του καφέ κατευθείαν στην ηλιόλουστη τραπεζαρία, στην είσοδο της οποίας έγραφε περήφανα «Εστιατόριο» και υπήρχε ταμπελίτσα με 4 αστεράκια. Προφανώς κάποιος είχε αφήσει τα παιδιά του να ζωγραφίσουν έναστρο ουρανό. Η θεία Άνια δεν φαινόταν πουθενά.

Ο καφές ήταν τουλάχιστον τεσσάρων αστέρων. Τον ρουφούσα με απροκάλυπτη απόλαυση, στα 24 βατ με ενισχυμένα μπάσα. Αυτό έπιασε. Από τον αέρα που σηκώθηκε πίσω μου κατάλαβα ότι εκείνη θα όρμαγε στο εστιατόριο με τα τέσσερα αστέρια της παιδικής ζωγραφιάς. Και να την:

— Καλημέρα, αγόρι μου! Κοιμήθηκες καλά;

Θερμός, φωτογραφική μηχανή, ένα βολικό σακίδιο στις διαστάσεις που απαιτεί μια πορεία 20 ημερών, μικρόφωνο, μεγάλο σημειωματάριο, δυο βιβλία και μερικά σκόρπια φύλλα — όλα αυτά σωριάστηκαν πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο τραπέζι και από κάτω. Στην καρέκλα απέναντί μου έλαμψε το χαμόγελο της θείας Άνιας, που με ζέστανε ακόμα περισσότερο κι από τον καφέ. Κάτι μου έλεγε ότι σήμερα δεν θα μιλούσαμε για γάμους, αλλαγές χαρακτήρων και άλλα κοινωνικά παραγεμίσματα του ελεύθερου χρόνου.

— Μίτκο, δεν σε ενδιαφέρει πού πάμε σήμερα; Ο καφές είναι φρέσκος; Έγραφε τι ποικιλία σερβίρουν; Πού είναι τα ορειβατικά σου παπούτσια; Πλήρωσες τα δωμάτια; Αυτό τι είναι...

Σταμάτησα να ακούω και ρουφούσα ανενόχλητος, σαν κάτω από τη βοή ενός φλύαρου πλήθους:

— Ε, ναι. Με ενδιαφέρει δα. Υποθέτω ότι πάμε σε κάποιο από τα κοντινά χωριά κάτω από το μοναστήρι. Σε πόσα χωριά σκοπεύεις να πάμε αυτές τις μέρες; Και γιατί στην ουσία έπρεπε να έρθω μαζί σου; Το ενδιαφέρον μου για τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου δεν είναι εντελώς εθνογραφικό, μάλλον είναι γαστρονομικό... Πού είναι οι βαλίτσες σου; Πώς κοιμήθηκες; Σε πειράζει να παραγγείλω και πρωινό εκτός από τον καφέ...

Η θεία Άνια είχε μείνει κόκαλο με το στόμα ανοιχτό και με κοίταζε με ενδιαφέρον. Ύστερα ξέσπασε σε δυνατά γέλια και τα μάτια της γέμισαν ζωή.

Ε, τι ωραία που είναι να είσαι στο ίδιο μήκος κύματος, ε... Άντε, φάε τώρα. Εγώ πάω να κανονίσω τους λογαριασμούς και να πάρω τις αποσκευές. Σε κάνα δεκάλεπτο γυρίζω.

Πήγα να σηκωθώ στη μέση της πολλοστής ρουφηξιάς, αλλά εκείνη με σταμάτησε με ένα χαμόγελο:

— Βοήθεια μπορεί να χρειαστώ στη διάρκεια της δουλειάς. Για το κουβάλημα των βαλιτσών μην ανησυχείς.

Άρχιζε να μου αρέσει όλο και περισσότερο... Προφανώς σήμερα οι ρόλοι είχαν μοιραστεί αλλιώς...

Τελείωσα τον καφέ μου, παρέλειψα με ευχαρίστηση το πρωινό και βρήκα τη συνταξιδιώτισσά μου στην έξοδο του ξενοδοχείου, έτοιμη για άθλους.

— Έχεις ακούσει για το χωριό Κόσεν;

— Εκεί πάμε σήμερα;

— Αν θέλει ο Θεός... Στον δρόμο ποτέ δεν ξέρεις.

Κοίταξα τον χάρτη. Τέτοια μοιρολατρία για μια απόσταση 14 χιλιομέτρων μού φάνηκε υπερβολική. «Αν θέλει ο Θεός...; 14 χιλιόμετρα;» Αφήσαμε το Βόλβο στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου. Το αποχαιρετιστήριο βλέμμα μου δεν ξεκόλλησε από πάνω του, ώσπου το λεωφορείο έστριψε κάπου κι έκρυψε το ρετρό κατοικίδιό μου από το σκοτεινιασμένο μου βλέμμα. Κατεβαίνοντας από το ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο, τα σκυλιά του χωριού μάς υποδέχτηκαν με γαβγίσματα στην τονικότητα «καλώς ήρθατε ματζόρε». Κοιταχτήκαμε γύρω για μια στιγμή, αλλά αμέσως μετά φάνηκε η προετοιμασία της συνταξιδιώτισσάς μου — κάτι που σ' εμένα, τον εκδρομέα αυτού του ταξιδιού, έλειπε.

— Και τώρα πάμε στη γιαγιά Γκάλια. Το σπίτι πρέπει να είναι δυο λεπτά από δω... Τη βαλίτσα θα την αφήσουμε εδώ. Κανείς δεν θα αγγίξει τίποτα.

Πρόλαβα να γνέψω πριν ριχτώ να την προφτάσω. Είχε κιόλας ξεκινήσει με αποφασιστικό βήμα μπροστά μου. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά ανοίγαμε ήδη μια μικρή πράσινη αυλόπορτα, που το τρίξιμό της αναπλήρωνε όπως έπρεπε το κουδούνι που έλειπε. Η γιαγιά σας η Γκάλια κατέφθανε κιόλας να μας υποδεχτεί:

— Έλα, μωρή, σας περιμένουμε, σας περιμένουμε... Χα, καλώς ήρθατε! Για δες, τι όμορφος που είναι, μωρή! Αυτός ήταν λοιπόν ο ανιψιός σου; Είναι, πώς να το πω, ένας λεβέντης, γεροδεμένος! Να σου ζήσει γερός!

— Α, αυτός είναι ο Μίτκο. Του Πέταρ φίλος είναι! Τον δικό μου τον τεμπέλη δεν τον ξεκουνάς από την πόλη.

Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν και τραβήξαμε όλοι προς το χαμηλοτάβανο σπιτάκι, πηδώντας λίγη λάσπη, μερικές κότες και παιδικά παιχνίδια. Ύστερα πρόσεξα και τα παιδιά — εφτά-οχτώ αγόρια κι ένα κορίτσι κυνηγούσαν προσηλωμένα μέσα στη λάσπη ένα πρόβατο, που βέλαζε παραπονεμένα, με τη γλώσσα κιόλας έξω, έτοιμο να παραδοθεί στα χάδια των μικρών διωκτών του. Μύριζε και λουλούδια και χορτάρι, και λάσπη και ζώα. Μύριζε χωριό. Σχεδόν είχα ξεχάσει αυτή τη μυρωδιά. Το ανάλαφρο άρωμα των κοζουνάκ, των πασχαλινών τσουρεκιών, συμπλήρωνε την εικόνα των μυρωδιών στη μέση της οποίας βρεθήκαμε..

Ο καφές μάς περίμενε στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, σερβιρισμένος με πολλή αγάπη σε τρία διαφορετικά πορσελάνινα φλιτζανάκια πάνω σε έναν λαδωμένο μουσαμά με έντονα κόκκινα λουλούδια. Κάθισα στην ξεχαρβαλωμένη καρέκλα και στο πρόσωπό μου απλώθηκε ένα ικανοποιημένο χαμόγελο.

Προσπέρασα χαμογελώντας τα επόμενα είκοσι λεπτά εισαγωγικής φλυαρίας και συνέχισα το ρούφηγμα του πρωινού. Ύστερα η γιαγιά Γκάλια με τρόμαξε. Είχα πιει τον καφέ μου κι είχα αφήσει το φλιτζάνι, όταν εκείνη άπλωσε το χέρι και με μια γρήγορη κίνηση το αναποδογύρισε. Χαμογέλασε κι αυτή, συνεχίζοντας να φλυαρεί ενώ γύριζε ανάποδα και το φλιτζάνι της θείας Άνιας. Οι δυο γυναίκες συνέχισαν τη φασαρία για λίγα λεπτά ακόμα, ύστερα από τα οποία βασίλεψε μια προπαρασκευαστική σιωπή. Οι παιδικές φωνές στην αυλή απλώς την ενίσχυαν. Η γιαγιά Γκάλια άπλωσε το χέρι προς τα φλιτζάνια. Πρώτα γύρισε το δικό μου, το περιεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα με επαγγελματική βαρεμάρα και το ξανασκέπασε.

— Μίτκο, Μίτκοοο... Όλοι σας είστε... Ε, άντε... Να σου το πω, παιδάκι μου, ή να σωπάσω;... Μα εκεί είναι. Τι να σ' το κρύβω. Εσύ, παιδάκι μου, παιδί θα κάνεις. Θα το κάνεις, μα δεν θα το ξέρεις. Και δεν θα το δεις. Ζωντανό και γερό θα 'ναι, μα εσύ δεν θα ξέρεις πως γιο θα έχεις. Ε, άντρες, έτσι είναι, μωρές, Άνια... Μα γι' αυτό το παιδί, αν δεν το δεις στον καφέ τι λογής είναι, δεν θα το φανταζόσουν πως είναι κι αυτός σαν όλους...

— Η θεία Άνια κοίταζε από το μικρό παραθυράκι και πλατάγιζε τη γλώσσα. Ύστερα αναστέναξε και γύρισε. Η γιαγιά Γκάλια είχε σωπάσει και οι δυο γυναίκες με κοίταζαν. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μερικές φορές και προσπάθησα να χαμογελάσω. Θυμήθηκα πως δεν είχα σε τι και δεν το έκανα. Ύστερα σηκώθηκα σιγά, ανασήκωσα το παντελόνι μου με μια κίνηση σαν να χώνω μέσα το πουκάμισο και γλίστρησα έξω στην αυλή. Κάθισα στα σκαλιά κι έστησα αυτί στο επόμενο ρίξιμο. Στη θεία Άνια έπεφταν ταξίδια: θα οδηγούσε μια μεγάλη βάρκα γεμάτη φρούτα, αλλά θα την αναποδογύριζε και τα φρούτα θα επέπλεαν σε κάποιο ηλιόλουστο νερό. Εδώ τα πράγματα ήταν πιο θολά. Βέβαια και στο δικό μου φλιτζάνι η θολούρα δεν ήταν λίγη. Σταμάτησα να ακούω και σκέφτηκα αυτό που μου είχε προφητέψει η τσιγγάνα. Δεν ήταν χαρακτηριστικό για μένα. Δεν είχα δονζουανικές περιπέτειες του τύπου «μια νύχτα είναι καλά, και το πρωί είναι ώρα για χωρισμό»... Παράξενο... Έκανα νοερά μια χειρονομία αδιαφορίας. Ξέχασα και χαμογέλασα. Τα παιδιά είχαν στριμώξει το πρόβατο σε μια γωνιά της αυλής και του έδεναν πολύχρωμες κορδέλες. Στην αυλόπορτα στάθηκαν δυο γεροδεμένοι άντρες με ταψιά στα χέρια και μια νεαρή γυναίκα που είχε ακουμπήσει μια λεκάνη στον γοφό της.

Χαιρετηθήκαμε βιαστικά. Πέρασαν από δίπλα μου λαχανιασμένοι από το βάρος του φορτίου τους, μπήκαν στο σπίτι και ύστερα από λίγες στιγμές βγήκαν σκουπίζοντας στα ρούχα τους τα φρεσκοπλυμένα τους χέρια.

— Χα, γεια σας και καλώς μάς ήρθατε!

Άπλωσα το χέρι και χαιρέτησα έναν έναν. Η νεαρή γυναίκα δεν έδωσε το χέρι της. Μόνο χαιρέτησε σιγανά άλλη μια φορά. Έτσι έμεινα με το χέρι απλωμένο, ενώ άκουγα τον Τσβετελίν να με ευχαριστεί:

— Χωρίς τον παππού σου, εμείς τώρα δεν θα υπήρχαμε, να το ξέρεις! Θα είμαστε ευγνώμονες ως τα εγγόνια και τα δισέγγονα και ως τον τάφο και πέρα από τον τάφο, έτσι να το ξέρεις! Εεεε, ήρθατε λοιπόν στο τέλος, ε; Άντε, πέρνα, πέρνα! — Και χωρίς καμιά τυπικότητα με στήριξε από πίσω με τα δυο μεγάλα του χέρια και με έσπρωξε απαλά πίσω προς το σπίτι. Ενώ έμπαινα με αμήχανο χαμόγελο, κατάλαβα ότι πάλι με είχαν περάσει για τον Πέταρ.

— Δεν είμαι ο ανιψιός της θείας Άνιας. Φίλος του είμαι.

— Αααα, εεε, δεν πειράζει, δεν πειράζει. Και σένα θα σε τρατάρουμε, πώς αλλιώς; Το ξέρεις, έτσι, πώς ο παππούς του φίλου σου έκοψε το έλκος του παππού-Ηλία εδώ; Κατευθείαν με το μαχαίρι, εκεί πέρα στο λιβάδι. Σαράντα εφτά. Πάλι άνοιξη σαν τώρα — έτσι έλεγε ο παππούς μου. Ήταν ξαπλωμένος εκεί δίπλα στα πρόβατα, κι ο παππούς του φίλου σου έκοβε, έβγαζε αίμα, ξανάκοβε κι έραβε, και στο τέλος είπε στον παππού-Ηλία: «Άντε, παιδί μου, κοιμήσου τώρα. Να, μισό κιλό ρακί για την υγειά σου και για καληνύχτα. Και να ξέρεις: αν δεν σ' είχα κόψει, σε μια-δυο ώρες θα είχες φύγει, και ρακί δεν θα ξαναδοκίμαζες...» Ο Τσβετελίν γελούσε με τα δόντια έξω, ενώ διηγιόταν.

— Κάπου 27-28 ήταν τότε ο παππούς μου. Παντρεύτηκε πολύ αργά, γι' αυτό δεν είχε ακόμα παιδιά. Γι' αυτό διηγιόταν πως θα είχαμε μείνει σχέδιο στα χαρτιά...

Είχαμε καθίσει πάλι με τις δυο γυναίκες και με το ένα μάτι παρακολουθούσα πώς ο νεαρός Ηλίας, που προφανώς πήρε το όνομα του παππού του, και η αδελφή του ετοίμαζαν τα αρνίσια εντόσθια για τη γέμιση.

— Εμείς οι χριστιανοί δεν χωριζόμαστε. Βούλγαροι, τσιγγάνοι, Πομάκοι, κι ας ξέχασαν τι είναι... Όλοι ίδιοι είμαστε. Κρίμα που δεν έχουμε Τούρκους, θα ήταν κι αυτοί μαζί μας. Με ποιον να 'ναι; Με τον πατριάρχη τους; Άσε μας. Το ξέρουν κι αυτοί πως ο γείτονας μετράει πιο πολύ, κι ο φίλος — πιο πολύ απ' όλα. Άνθρωποι υπάρχουν κι ανάμεσά τους. Όσο είμαστε άνθρωποι... Κι ας λένε άλλα στην τηλεόραση. Εσύ άσ' τα αυτά. Όταν φτάσει το πράμα στον γείτονα και στον φίλο — πάντα εμείς είμαστε. Ο πατριάρχης κι οι πολιτικοί είναι μακριά. Κι έτσι είναι καλύτερα. Γιατί μόνο τρελά πρόβατα έμειναν, που κάνουν τους λύκους και τρώγονται μέσα στην τηλεόραση. Θα τρώγονται, θα τρώγονται, και στο τέλος θα φάνε τους εαυτούς τους... Ποιος τους ακούει. Τρελός κόσμος πολύς, και όλο τους τρελούς διαλέγουν να τους βγάζουν τα βράδια στις εκπομπές. Δεν μπορούσαν να βγάλουν κι έναν κανονικό, έτσι, να θυμηθούμε πως δεν είμαστε μόνο τρέλα απλωμένη; Μ' αυτούς εδώ, ο κόσμος θα ξεχάσει τι τον δίδαξε ο Λέφσκι. Θα δεις αύριο την κρυψώνα του — στο μοναστήρι. Κι οι χριστιανοί όλοι καλά είμαστε. Μα αυτή η εκκλησία δεν πάει άλλο έτσι. Και ποιος μπαίνει πια στην κόλαση του δικού μας του Μαξίμ. Ε ναι. Μη με κοιτάς. Ο Άη-Γιώργης θα την κάψει, φτάνει να του κάνουμε καλό κουρμπάνι, καλή θυσία, και θα ακούσει και θα καταλάβει.

— Κι ο Μαξίμ πού είναι τώρα;

— Α, στο μοναστήρι είναι αυτός. Μα να σου πω. Όχι πως είναι κακός ή τίποτα. Νέος είναι. Πάει άμυαλος και δεν μ' ακούει. Μόνο γελάει. Και λέει: «Σταμάτα, γιαγιά Γκάλιααα! Φτάνει μ' αυτή την πέτρα σου. Μόνο σε κοροϊδεύει ο κόσμος — άλλο δεν κάνεις.» — έτσι μου λέει. Κάθε φορά έτσι μου απαντάει και δεν θέλει ν' ακούσει. Παιδί είναι κι αυτός ακόμα. Δεν μου πάει να του βρω κουσούρι. Η εκκλησία είναι κακή, όχι πως ο παπάς μας είναι άχρηστος. Και την πέτρα την ξέρω ακριβώς πού είναι. Αφού τη βλέπω στον ύπνο μου μια φορά τη βδομάδα, κι ακόμα πιο συχνά. Μα δεν ακούνε. Και σ' αυτόν τον δεσπότη του Λόβετς — του Μαξίμ τ' αφεντικό — όταν έρθει, κι αυτουνού θα το πω... Τσβετελίν, φτάνει το κάθισμα, βρε! Για βγάλτε πια τα ταψιά...

Ύστερα από λίγα λεπτά βγήκαμε αρμαθιά σε πομπή προς την αυλή. Μπροστά μπροστά τα ταψιά. Η Μαρία κι ο Ηλίας κουβαλούσαν θριαμβευτικά δυο μικρότερα ταψιά, και το μεγαλύτερο ερχόταν στα χέρια του Τσβετελίν πίσω τους. Το αίμα έσταζε ακόμα από τα ταψιά στις πλάκες της σκάλας. Πίσω τους είχαμε μπει στη σειρά ινδιάνικη εγώ και οι δυο γυναίκες. Δεν είχα ακούσει τη θεία Άνια να μιλάει την τελευταία μισή ώρα. Στην άλλη άκρη της λασπωμένης αυλής τα εγγόνια της γιαγιάς Γκάλιας έβαλαν τα ταψιά το ένα δίπλα στο άλλο μπροστά στον μεγάλο πήλινο φούρνο. Ο Ηλίας κι ο Τσβετελίν έπιασαν να τον ανάψουν, ενώ εμείς οι υπόλοιποι ψιλοκουβεντιάζαμε.

Αύριο το πρωί, Μίτκο, σαν σπάσουμε τη λάσπη, όλα μέσα θα λιώνουν στο στόμα, — χαχάνιζε απέναντί μου ο Τσβετελίν, ενώ βοηθούσε να ζυμώσουν λίγη λάσπη σε μια λεκάνη για να σφραγίσουν μ' αυτήν την πόρτα του πήλινου φούρνου. Έχωσαν τα τρία ταψιά μέσα κι οι άντρες έπιασαν να κολλάνε λάσπη γύρω από μια μεγάλη πέτρα που χρησίμευε για πόρτα.

— Όσο αυτή η πέτρα είναι μέσα στα θεμέλια, η λειτουργία του δεν αξίζει τίποτα! Και δεν θα την ακούσει ούτε άνθρωπος, ούτε Θεός, ούτε ψωριάρικο σκυλί ακόμα, κα-νείς! Γιατί αυτό δεν είναι λειτουργία. Η πέτρα τη χαλάει μόλις πιάσει ο Μαξιμάκης το τροπάριο. Θα πεις, σύμβολο είναι μάλλον, κάτι τέτοιο, αυτή η πέτρα. Άσε μας, η πιο απλή άσπρη πέτρα είναι. Τόση δα. Και τίποτα. Και δεν την έχω πιάσει για να μου κάνουν τεμενάδες τι μεγάλη ονειροκρίτρα είμαι και τέτοια. Δεν είναι γι' αυτό και δεν γίνεται. Του χαλάει τα κεριά, του χαλάει την ψαλμωδία και τους ανθρώπους χαλάει. Και τους φοβίζει. Και φεύγουν.

— Καλά, ντε. Από πού βρέθηκε αυτή η πέτρα εκεί στα θεμέλια;

Η θεία Άνια παρακολουθούσε με τα χέρια στη μέση το άναμμα του πήλινου φούρνου και δεν κοίταζε ούτε τη γιαγιά Γκάλια ούτε κανέναν. Αλλά άκουγε προσεκτικά.

— Λοιπόν... Έτσι ήταν όλο το πράμα. Αφού είναι στα θεμέλια, καταλαβαίνεις δηλαδή, την εντοίχισαν εκεί από το χτίσιμο κιόλας. Παλιά η εκκλησιά μας. Κι όσο παλιά, τόσο ψωριάρα από την αρχή. Εξαιτίας της πέτρας... Λοιπόν, δηλαδή... Την άρχισαν την εκκλησιά από το χίλια οχτακόσια κάτι. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Μα αφού είμαστε δυο χιλιάδες ψυχές, μας αναλογεί ακόμα παπάς απ' ό,τι φαίνεται. Και τα βαφτίσια; Και οι γάμοι μέσα; Παναγία μου, σαν το θυμηθώ... Τίποτα δεν είναι κατά Θεού, όσο αυτό το έρμο είναι κάτω. Εγώ όλους τους δικούς μου τους βάφτισα στο μοναστήρι. Και γάμους εκεί θα κάνω, μην το νομίζεις. Και τέτοιο σου λέω... Την έχτισαν με πέτρα από δω, από τη ρεματιά κάτω από το χωριό, εκεί που είναι. Δυο χρόνια. Στη ρεματιά κάτω κάτι υπήρχε προφανώς πριν από αυτό. Ή έσφαζαν κι έταζαν οι ειδωλολάτρες ακόμα πάνω σ' αυτή την πέτρα, ή σκοτώθηκε κάποιος μ' αυτήν. Ή Τούρκος τη χρησιμοποίησε για κάτι κακό, μπορεί και χριστιανός να ήταν. Τι το είπα πάλι αυτό για τον Τούρκο. Δεν ξέρω. Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα μαγικά καμώματα. Δεν τα αγγίζω εγώ τέτοια. Μόνο όνειρα και καφές για μένα. Μα την πέτρα τη βλέπω στον ύπνο μου μέρα μεσημέρι. Είναι όλη λουσμένη στο αίμα και την κουβαλάνε να τη χτίσουν. Σ' ένα κάρο είναι φορτωμένη. Γερό κάρο, μεγάλο. Άσπρο ξύλο, και δυο άσπρα βόδια μπροστά. Τη ρίχνουν δυο στον μεγάλο σωρό. Ύστερα την ξεπλένουν από το ξεραμένο αίμα, τη βάζουν στον τοίχο κι ο μάστορας της ρίχνει το κονίαμα από πάνω, ύστερα συνεχίζει να στοιβάζει πέτρες. Τον βλέπω στο όνειρο πώς στοιβάζει προς τα πάνω. Χτίζει, στοιβάζει, χτίζει... Κι αρχίζω να τις βλέπω πια τις πέτρες πάνω από τη γη. Τόσο πολύ το ονειρεύομαι, Άνια, που στο χρώμα και στο σχήμα τις ξέρω όλες τις πέτρες, κι αυτές κάτω από τη γη στα θεμέλια κι αυτές πάνω από τη γη. Κι έτσι ξέρω ακριβώς πού την έβαλε ο μάστορας, ο έρμος. Άντε φτάνει. Άντε, Τσβετελίιιν, φτάνει το κόλλημα, τι κάθεσαι και ψιλολογάς. Φτάνει, άσ' το. Άντε να μαζευτούμε μέσα, και να τους πάτε στο μοναστήρι, αφού δεν θέλει να κοιμηθεί εδώ, αυτή η Άνια η γαϊδούρα, γαϊδούρα σκέτη, η έρμη. Έλα μωρή, Άνια, δεν μένετε; Ε, να έρθεις και να μη θέλεις να μείνεις. Μια νύχτα να μείνεις, μωρή... Μα σε βλέπω έτσι το αποφάσισες — εσύ ξέρεις το γιατί.

4.

Τη νύχτα ονειρεύτηκα έναν πλατύ κάμπο. Γυμνό. Μπροστά χορτάρι και πίσω χορτάρι. Μόνο από τη μια μεριά μου είχε θάμνους. Πλάι τους ελισσόταν ένα στενό μονοπάτι, κι επάνω του τροχάδην, βιαστικός, πήγαινε ένας σκαντζόχοιρος. Μόνο για μια στιγμή κοίταξε τον Συγγραφέα, που έγραφε καθισμένος σ' ένα τραπέζι στον κήπο του, ο οποίος μου φάνηκε σαν μικρή όαση μέσα στον κάμπο. Τα λίγα δέντρα στις άκρες του συμπλήρωναν την εντύπωση. Ο Συγγραφέας δεν γύρισε προς τον σκαντζόχοιρο. Ούτε προς εμένα. Ο σκαντζόχοιρος αφοσιώθηκε ξανά στον δρόμο του. Ο δρόμος του τελείωνε μπροστά σε μια ήρεμη λίμνη. Κι αυτή, όπως ο κήπος, ήταν τοποθετημένη άκαιρα στη μέση του γυμνού κάμπου. Και στη μέση του κάμπου καμάρωναν κάτι ανασκαφές. Όλα ήταν ραμμένα με τις άσπρες κλωστές του ονείρου, με τις ραφές να φαίνονται. Ακόμα και στον ύπνο μου ένιωσα άβολα με την τεχνητότητα του σκηνικού που είχε στοιβάξει το υποσυνείδητό μου. Και ήξερα από ποιο βιβλίο ήταν μέρος των εικόνων. Μέσα στην ανασκαφή είχα αραδιάσει κάθε λογής εργαλεία. Τσιμπιδάκια, μια αξίνα, μερικά φτυάρια, φύλλα εφημερίδας πλακωμένα με μια βρόμικη άσπρη πετσέτα, ένα παγούρι με νερό γερμένο στο πλάι. Αλλά δεν χρησιμοποιούσα κανένα. Σκάλιζα με τα δάχτυλα του ποδιού μου μια πέτρα στα θεμέλια του τοίχου που είχε ξεθαφτεί. Έμοιαζε αρχαίος και, λογικά, ετοιμόρροπος, γεμάτος καμπύλες, λυγισμένος κάτω από το βάρος του χώματος που προέλαυνε πέρα από τα όριά του. Το χώμα πάσχιζε να τον πιέσει λίγο ακόμα, να τον γκρεμίσει και να χυθεί στο κέντρο του τόπου που ο τοίχος φύλαγε απ' αυτό. Το χώμα ήθελε να τα ξαναθάψει όλα. Και η μάχη έμοιαζε χαμένη. Ο τοίχος είχε ήδη παραδοθεί. Συνέχιζα να σκαλίζω την πέτρα μια αιωνιότητα, ώσπου κάποια στιγμή υποχώρησε από τη μια πλευρά και γλίστρησε από την κοίτη της. Δεν έσκυψα να τη σηκώσω. Έχωσα το πόδι μου κάτω από τη μια της άκρη και την παραμέρισα οριστικά. Και ο τοίχος κατέρρευσε. Το χώμα από την άλλη του μεριά με έθαψε ως το στήθος. Θυμάμαι πως καθόμουν έτσι, με το κεφάλι ακουμπισμένο στη μια μου παλάμη, θυμωμένος με τη δική μου βλακεία. Πώς κατάφερα να θαφτώ μόνος μου σ' αυτές τις ανασκαφές; Τι ήθελα να παίζω με την πέτρα... Κι οι πέτρες του τοίχου; Πώς δεν με λιώσανε; Ε, έτσι είναι στα όνειρα... Για αρκετά λεπτά αφού ξύπνησα, το στόμα μου μύριζε ακόμα τη σκόνη που σήκωσε το χώμα όταν πλημμύρισε την ανασκαφή. Ήταν ζεστό χώμα, ζεσταμένο από τον ήλιο. Ξερό και κίτρινο. Ξύπνησα και με την καθαρή σκέψη ότι το μπλε δεν υπάρχει. Η σκέψη μού φάνηκε απολύτως εναρμονισμένη με τις εικόνες του ονείρου που ακόμα κολυμπούσαν μπροστά στα μάτια μου. Πεπεισμένος πέρα για πέρα για την αλήθεια της διαπίστωσής μου περί μπλε, γλίστρησα έξω από το κελί, που το νοίκιαζαν για λίγα λεφτά τη βραδιά σε διάφορους ονειροπαρμένους τουρίστες. Στον όροφο υπήρχε ένα λιτό και καθαρό μπάνιο. Έπλυνα αργά τα δόντια μου, μετά το πρόσωπο, και στο τέλος το όνειρο βούλιαξε πίσω εκεί απ' όπου είχε ξεγλιστρήσει.

Κατέβηκα σέρνοντας τα πόδια μου προς την αυλίτσα. Η θεία Άνια καθόταν σ' ένα χαμηλό σκαμνάκι και τελείωνε τον καφέ της. Μόλις με είδε, ξεβίδωσε το καπάκι του θερμού που ήταν πάνω στο τραπέζι κι έβαλε αχνιστό καφέ σε δεύτερο φλιτζάνι.

— Χθες είχαμε μια ενδιαφέρουσα μέρα, έτσι δεν είναι, αγόρι μου;

— Καλημέρα!

Κάθισα κι εγώ σ' ένα σκαμνάκι δίπλα στη θεία Άνια. Ήπια μια γουλιά καφέ και ένιωσα καλύτερα. Ο γαλανός ουρανός πάνω από το κεφάλι μου με παραξένεψε λίγο... Προφανώς κορόιδευε την πρωινή μου ανακάλυψη...

Η αυλή του μοναστηριού ήταν έρημη. Καθόμασταν μόνοι, εγώ κι η θεία Άνια. Εκτός από μας, δεν φαινόταν ψυχή τριγύρω.

— Όλοι είναι στην κακότυχη εκκλησία.

— Αλήθεια; Από τόσο νωρίς;

— Ναι. Ο κόσμος ήδη μαζεύεται εκεί. Και οι μοναχοί πήγαν προς την εκκλησία πριν από πάνω από μία ώρα. Περιμένουν τον μητροπολίτη.

— Ξέρεις τίποτα γι' αυτή την πέτρα;

— Και γι' αυτήν είμαστε εδώ.

Μου φάνηκε πως άρχιζε να μου ανάβει η λάμπα, αλλά μετά απέρριψα την ιδέα. Άλλωστε δεν είχα τελειώσει ακόμα τον καφέ μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να μου ανάψει η λάμπα πριν τον τελειώσω. Έτσι αποφάσισα προς το παρόν να σταματήσω τις ερωτήσεις.

Η θεία Άνια κοίταζε προς την έξοδο του μοναστηριού.

— Έλα, ας ετοιμαστούμε κι εμείς.

Η εκκλησία ήταν λιγότερο από δύο χιλιόμετρα από το μοναστήρι. Από μακριά φαινόταν της προκοπής, αλλά όσο πλησιάζαμε τόσο πιο καθαρά διακρίνονταν οι παλιοί της τοίχοι. Φαινόταν ότι ήταν τουλάχιστον διακοσίων χρόνων. Από τη μια της πλευρά είχαν παραταχθεί καμιά εικοσαριά άνθρωποι. Ελάχιστοι, αν σκεφτεί κανείς πόσος κόσμος ζούσε στο χωριό. Από την άλλη, κοντά στην είσοδο, παρκάριζε εκείνη τη στιγμή ένα τζιπ. Όλοι κατευθύνθηκαν προς το σταματημένο αυτοκίνητο για να υποδεχτούν κάποιον κληρικό. Τις καθιερωμένες υποκλίσεις, τα φιλιά και τις άλλες τελετουργίες τις ξεκίνησε ο ιερέας που οδηγούσε το μικρό γκρουπ. Για να πω την αλήθεια, περίμενα να ξεπροβάλει από το αυτοκίνητο κανένας χοντρός δεσπότης, αλλά προς έκπληξή μου από την πόρτα του φάνηκε ένας σχετικά λιγνός άνθρωπος, όχι πάνω από εξήντα χρονών, τουλάχιστον φαινομενικά. Το αυστηρό μαύρο ράσο το στόλιζαν μόνο μαύρα κουμπιά. Η θεία Άνια τάχυνε το βήμα δίπλα μου. Εγώ δεν άλλαξα ταχύτητα και έμεινα πίσω. Ήταν πολύ νωρίς για μένα για άλλον έναν σουρεαλιστικό πίνακα. Αφού είχα ονειρευτεί, είχα σηκωθεί κι είχα πιει τον καφέ μου, θα προτιμούσα να δω κάτι πιο πραγματικό από ένα μικρό τσούρμο ανθρώπων στη σειρά, να φιλάνε το χέρι κάποιου, έστω κι αν ήταν υψηλόβαθμος κληρικός. Μέσα μου ζούσαν ένας αγνωστικιστής, ένας άθεος, ένας αναρχικός και ποιος ξέρει τι άλλο· ο ορθόδοξος χριστιανός δεν είχε φανεί εδώ και καιρό. Έκοψα κι άλλο το βήμα για να απολαύσω το όραμα. Σε μια μικρή ρεματιά, πλάι σε μια αιωνόβια εκκλησία, παιζόταν ένα κομμάτι από τη ζωή αυτών των ανθρώπων, κι εγώ βάδιζα προς το μέρος τους χωρίς την παραμικρή ιδέα γιατί. Τουλάχιστον το βουνό πίσω μου ήταν υπέροχο. Ανοιξιάτικα ξανανιωμένο. Δέχτηκα ότι βρίσκομαι σε πικνίκ, κι αυτό μου έδωσε κάποια εξήγηση. Εφοδιασμένος με τη νέα εξήγηση, βάδισα λίγο πιο σίγουρα προς τη σκηνή των γεγονότων.

Ο πάτερ Μάξιμος έτρεχε με ψιλά βηματάκια πίσω από τον μητροπολίτη, που έμπαινε ήδη στην εκκλησία. Η μικρή φάλαγγα αρμαθιάστηκε πίσω τους μέσα στον ναό. Η θεία Άνια μπήκε τελευταία, αφού μου έριξε πρώτα μια σύντομη ματιά, αλλά δεν μου έγνεψε. Γύρισε και μπήκε, αφήνοντάς με να πάρω μόνος μου τις αποφάσεις μου. Τι να γίνει... Ακούμπησα στο τζιπ, έμεινα έτσι μερικά λεπτά, ύστερα αναστέναξα και μπήκα στην εκκλησία. Σταυροκοπήθηκα στο κατώφλι με τον πιο υποκριτικό τρόπο και κοίταξα γύρω μου στο μισοσκόταδο. Ο μητροπολίτης ετοιμαζόταν ήδη για τη λειτουργία. Από τις μυρωδιές ζαλίστηκα κι ακούμπησα σ' έναν από τους τοίχους. Σκέφτηκα ότι ένας ολόκληρος μητροπολίτης να έρθει αυτοπροσώπως πρέπει να ήταν κάτι πρωτάκουστο για τον πάτερ Μάξιμο και τη μικρή του εκκλησία. Κι όμως, είχε μαζέψει μόνο καμιά εικοσαριά ανθρώπους... Ύστερα η ατμόσφαιρα με ζάλισε ολότελα κι όλες αυτές οι σκέψεις έπαψαν να με απασχολούν. Η λειτουργία κύλησε αργά σαν απογευματινό τσάι με κουλουράκια επίσκεψη στην πεθερά. Μετά το τέλος της παράστασης, ο μητροπολίτης Στέφανος κι ο πάτερ Μάξιμος οδήγησαν πάλι την πομπή έξω από τον ναό. Εγώ σερνόμουν πάλι τελευταίος. Στο λιβάδι μπροστά στην εκκλησία, η γιαγιά Γκάλια εξηγούσε εκείνη την ώρα στον αρχιερέα για τα οράματά της. Ο πάτερ Μάξιμος προσπαθούσε να τη διακόψει κι εξηγούσε απολογητικά:

— Η γιαγιά Γκάλια βλέπει και ξέρει πολλά. Έλα, γιαγιά Γκάλια, άσε μας να περάσουμε, πρέπει να ξεκινάμε πια για το μοναστήρι.

— Ε, ξεκινάτε, μόνο την πέτρα να βγάλετε. Τίποτ' άλλο δεν χρειάζεται. Κι έτσι, γιορτινή μέρα, αν γίνει, ίσα ίσα που είναι εδώ ο παππούλης ο μητροπολίτης, θα 'ναι το καλύτερο. Να φωνάξω τον Τσβετελίν και τον Ηλία — σε μια ώρα θα την έχουν βγάλει. Δεν θα σας καθυστερήσει και τόσο. Κι όλοι καλύτερα θα 'μαστε, άκουσέ με επιτέλους, βρε πάτερ Μάξιμε. Δεν είναι ψέμα. Ούτε παραμύθι. Ούτε τρέλα. Η αλήθεια είναι. Βγάλτε την, να γίνει πάλι άγιος ο τόπος. Παππούλη δεσπότη, βρε, άκουσέ με. Να, και σένα, αφεντιά σου, σου βαραίνει η καρδιά που εκείνος ο αχαΐρευτος έσκαβε στους τάφους των ανθρώπων, μα εσύ δεν το πίστεψες τότε και δεν τον έδιωξες από την εκκλησία, έτσι δεν είναι; Ε, αν είχες βασανιστεί λίγο, να δεις από την αρχή τι και πώς, καλύτερα θα 'σουν τώρα, κι όχι να σε τρώει από μέσα αυτός ο καημός.

Ο μητροπολίτης Στέφανος πάγωσε για μια στιγμή. Πρώτα σαν τσιμπημένος, ύστερα, συνερχόμενος, κοίταξε απορημένος. Έπιασε τη γιαγιά Γκάλια από τους ώμους, της χαμογέλασε και μπήκε στο τζιπ.

Σε λίγα λεπτά στο λιβάδι είχαμε μείνει μόνο εγώ, η θεία Άνια και η γριά. Διασχίσαμε με ψιλά βηματάκια το λιβάδι προς το μονοπάτι που οδηγούσε στον βράχο όπου κειτόταν το μοναστήρι.

Όταν φτάσαμε, δεν έκανα το λάθος να μπω στην εκκλησία. Έμεινα στη μικρή αυλή, αλλά επειδή τα σκαμνάκια και το τραπέζι είχαν εξαφανιστεί, χασομερούσα όρθιος, πηγαινοερχόμουν. Οι δυο γυναίκες είχαν χαθεί μέσα στην εκκλησία μόλις φτάσαμε στο μοναστήρι.

Αποφάσισα πως ήταν καιρός να κάνω μια εκδρομή. Πήγα στο κελί μου, άρπαξα βιαστικά δυο γκοφρέτες κι ένα μπουκάλι νερό και βγήκα βιαστικά. Στην τσέπη μου είχα έναν χάρτη της περιοχής, που τον είχα μελετήσει το προηγούμενο βράδυ. Κίνησα με σίγουρο βήμα προς μια κοντινή σπηλιά. Ήταν κοντά, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να μην είναι καλός στόχος για μια μικρή εκδρομή. Η ομορφιά και οι μυρωδιές του δάσους σύντομα έδιωξαν το σκοτάδι και τα λιβάνια της λειτουργίας που μόλις είχε τελειώσει. Ύστερα από περίπου μια ώρα περπάτημα, τη βρήκα. Στο πίσω μέρος του χάρτη είχε φωτογραφίες της σπηλιάς. Ήταν όμορφη. Και μεγάλη. Δεν ήξερα αν ήταν βαθιά. Έγραφε μόνο ότι το μήκος των στοών της ήταν 3.025 μ. Μπήκα στον πειρασμό να προχωρήσω μέσα, αλλά μετά, φρόνιμα, έβγαλα τη μια γκοφρέτα από την τσέπη μου κι άρχισα να τραγανίζω. Καθισμένος ακριβώς στην είσοδο, τελείωσα και τη δεύτερη γκοφρέτα, ήπια μια γουλιά νερό, ύστερα βολεύτηκα καλύτερα στο χορτάρι και με την ησυχία μου αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα φρέσκος και, απ' ό,τι φαινόταν, ξυλιασμένος. Ο ήλιος είχε ήδη γείρει. Οι σκιές είχαν μακρύνει. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής ρουφώντας τη μύτη μου και βρίζοντας την υπνηλία μου.

Σε μερικές εκατοντάδες μέτρα από το μοναστήρι άκουσα φωνές. Πήγα προς τα εκεί απ' όπου έρχονταν και σε λίγο βρέθηκα σ' ένα λιβάδι που στη μια του άκρη ακουμπούσε στον βράχο του μοναστηριού. Γύρω από ένα φαρδύ τραπέζι είχαν στρωθεί οι μοναχοί, ο πάτερ Μάξιμος, η Άνια, η γιαγιά Γκάλια κι άλλοι καμιά δεκαριά. Ο μητροπολίτης Στέφανος προφανώς είχε γίνει καπνός με το σκονισμένο του τζιπ, σηκώνοντας σύννεφο σκόνης. Μύριζε αρνί, μπαχαρικά και άνοιξη. Τι άλλο να ζητήσει ο άνθρωπος; Χαιρέτησα με ένα πλατύ χαμόγελο και κάθισα. Η γιαγιά Γκάλια μού έδειξε τη μια άκρη του λιβαδιού:

— Εκεί πέρα είναι η τρύπα που κρυβόταν ο Λέφσκι μια φορά κι έναν καιρό. Μα τώρα κατέβασαν πρωί πρωί εκεί κάτω άλλο ένα αρνί και το ψήνουν. Πες τους, Μίτκο, έτσι γίνεται; Ύστερα έκανε μια κίνηση με το χέρι και κάπως κλείστηκε στον εαυτό της. Η κουβέντα γύρω από το τραπέζι ήταν ζωηρή και κανείς δεν της έδινε ιδιαίτερη σημασία. Όλοι με χαιρέτησαν όταν καθόμουν, αλλά σχεδόν αμέσως γύρισαν στην κουβέντα τους. Μόνο οι μοναχοί ήταν σχετικά σιωπηλοί, σαν να τους αμήχανε που κάθονταν στο τραπέζι μαζί με λαϊκούς, ιδίως που υπήρχαν και ξένοι...

Σηκώθηκα και πήγα προς τα εκεί που είχε δείξει η γιαγιά Γκάλια. Η μυρωδιά του αρνιού δυνάμωσε. Ένιωσα ότι κι άλλος κάποιος ξεκίνησε πίσω μου και κοίταξα γύρω. Δύο από τους άντρες με πρόφταιναν.

— Από το πρωί, από τις τέσσερις το βάλαμε. Πρέπει να 'χει γίνει λουκούμι πια.

Φτάσαμε σε μια στρογγυλή τρύπα, σκεπασμένη κι αυτή με μια μεγάλη πέτρα, σφραγισμένη με πηλό στις άκρες της. Οι άντρες ξύσανε τον πηλό που είχε ήδη ψηθεί κι άνοιξαν το στόμιο της τρύπας. Αμέσως ακούστηκαν συμπονετικά πλαταγίσματα της γλώσσας. Κοίταξα κι εγώ. Στον πάτο, κάπου ενάμισι μέτρο βαθιά, φαινόταν το αρνί που είχε μπει το πρωί να ψηθεί σε σιγανή φωτιά. Ήταν τοποθετημένο πάνω σε μια παλιά ζάντα. Μέσα στη ζάντα σιγόκαιγαν ακόμα μερικά τελευταία κάρβουνα. Το αρνί είχε καρβουνιάσει και έμοιαζε μάλλον με κομμάτι από τα μισοκαμένα κάρβουνα.

— Τς, τς, τς. Βάλαμε πολλά ξύλα ή αργήσαμε να το βγάλουμε;...

Η θεία Άνια κοίταξε κι αυτή περίεργα πάνω από τον ώμο μου.

— Εδώ ήταν η κρυψώνα του Λέφσκι;

— Εδώ, εδώ...

Οι άντρες έβγαλαν το παραψημένο αρνί και το πήγαν παράμερα. Είδα κι ένα άλλο τραπεζάκι, όπου το ακούμπησαν κι άρχισαν να συσκέπτονται. Από τον λάκκο ανέβαινε μυρωδιά από καμένο και ζέστη. Πήγαμε πίσω τους και τους βοηθήσαμε να κάνουν μερικές μερίδες.

— Ας το δοκιμάσουμε πάντως, κι ας πήγε χαμένο, φαίνεται...

Ξανακαθίσαμε γύρω από το τραπέζι, αλλά η διάθεση είχε ήδη πέσει. Ο κόσμος μασούσε αργά το καμένο αρνί και κατάπινε με κόπο. Η γιαγιά Γκάλια ροκάνιζε ατάραχη τη μαύρη μερίδα στο πιάτο της και δεν έμοιαζε να νιώθει πια ανάγκη να εξηγήσει το κάψιμο με την καταραμένη πέτρα. Δοκίμασα κι εγώ το κρέας, αλλά ήταν φριχτά σκληρό και τραγανό. Ξέπλυνα τη γεύση του με λίγο νερό και προσπάθησα να ανοίξω κάποιο θέμα, γυρίζοντας προς την Άνια. Εκείνη όμως δεν ήταν πιο ομιλητική από τη γιαγιά Γκάλια. Η διάθεση βάραινε όλο και περισσότερο, γι' αυτό πρότεινα να γυρίσουμε στο μοναστήρι. Η Άνια Πόποφφ δέχτηκε αμέσως. Η γιαγιά Γκάλια σηκώθηκε κι αυτή, αγκάλιασε την Άνια, την αποχαιρέτησε, ύστερα κι εμένα, και τράβηξε με ψιλά βηματάκια για το χωριό. Πήραμε άδεια από τους υπόλοιπους. Η Άνια μού ευχήθηκε καληνύχτα λέγοντας ότι πάει να ετοιμάσει τις σημειώσεις της. Την κοίταξα με απορία. Σημειώσεις για ποιο πράγμα; Σήμερα δεν είχε συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο από εθνογραφική άποψη, κατά τη γνώμη μου.

— Καθόλου έτσι δεν είναι. Στην ορθόδοξη ανθρωπολογία τα πράγματα συμβαίνουν μ' αυτόν τον τρόπο, χαμογέλασε η θεία Άνια και χάθηκε από τα μάτια μου.

«Η ορθόδοξη ανθρωπολογία», επαναλάμβανα σκεφτικός ενώ ανέβαινα στο δωμάτιό μου. Σκεφτόμουν πως δεν είχα ακούσει για κάτι τέτοιο ως τώρα. «Η ορθόδοξη ανθρωπολογία, η ορθόδοξη ανθρωπολογία, η ορθόδοξη ανθρωπο...» — με τη φράση αυτή νανούρισα τον εαυτό μου εκείνο το βράδυ, αντί για τα αρνάκια-λέξεις από το λεπτό τομάκι του Μαξίμου του Ομολογητή.