Το κρυφό και το φανερό
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Скритото и явното
Πολλές φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου ανίκανο να ξεχωρίσει τα κρυφά από τα φανερά σημάδια.
Τα κρυφά — εντάξει. Κάποιοι άνθρωποι, με ανεπτυγμένη αίσθηση αφής για την προσωπικότητα ή για την ατμόσφαιρα μιας κουβέντας, το μπορούν. Άλλοι όχι. Η διορατικότητα δεν δίνεται σε όλους, και με αυτό αναγκάζομαι απρόθυμα να συμφωνήσω. Ξέρω πολύ καλά σε ποια ομάδα έπεσα όταν τη μοίραζαν... «Δεν γίνεται τίποτα», λες στον εαυτό σου. «Άλλοι το έχουν, κι άλλοι τους μαζεύουν τις μπάλες...». Και εξάλλου, κατά πόσο το κρυμμένο έχει το κύρος κάποιου πραγματικού πράγματος; Αφού είναι τόσο κρυμμένο, υπάρχει άραγε καθόλου ή απλώς προσποιείται πως είναι κρυμμένο, για να κρύψει ότι εκεί δεν κρύβεται τίποτα, μα τίποτα απολύτως... Αφού δεν έχει ειπωθεί, δειχτεί, σερβιριστεί, τραγουδηθεί, ζωγραφιστεί, γραφτεί, κινηματογραφηθεί, συσκευαστεί και τακτοποιηθεί στη βιτρίνα, γιατί να βασανίζομαι εγώ να το ανακαλύψω εκεί όπου ίσως δεν υπάρχει καν; Εδώ μπαίνω στον πειρασμό να πιστέψω ότι, όπως λέει η παροιμία, κάτω από το βόδι μοσχάρι δεν θα βρεις. Υποθέτω πως ήδη αναρωτιέστε αν είμαι εγώ αυτό το βόδι; Δεν θα θύμωνα. Το σημαντικό είναι να μην είμαι το μοσχάρι που λείπει.
Αλλά να σου ξεφεύγουν τα φανερά σημάδια; Οι χειρονομίες και οι φράσεις; Οι εκφράσεις του προσώπου που θα έπρεπε να σε οδηγήσουν σε μια ολοφάνερη κατεύθυνση; Να σου κάνουν νόημα, να σου πατήσουν το μικρό δαχτυλάκι, να σου τρίψουν στη μούρη ότι δεν το πιάνεις...; Ε, αυτό είναι πια άλλη υπόθεση. Εντελώς άλλη. Κι όμως δεν το πιάνω. Αφηρημένος. Ή άνθρωπος στον κόσμο του, θα πείτε. Τίποτα τέτοιο. Προσπαθώ συνειδητά να τα παρακολουθώ, να τα εντοπίζω, αυτά τα αναβοσβησίματα των φώτων, αυτές τις ουρλιαχτές σειρήνες, και τίποτα. Σαν παράφωνος έφηβος που τον έβαλαν στη σχολική χορωδία για να συμπληρωθεί ο αριθμός. Σαν να βλέπω τον καθηγητή της ωδικής να μου κάνει νόημα με το χέρι κάθε τρεις και λίγο: «Εσύ εκεί. Λίγο πιο σιγά, σε παρακαλώ!» Έτσι λοιπόν περνάω κι εγώ από μια κοσμική εκδήλωση σε άλλο καφέ κι από μια φιλική συνάντηση σε άλλη εγκάρδια κουβέντα. Βασανίζομαι και προσπαθώ να πιάσω το πνεύμα της κουβέντας. Να βρω τρόπο να νιώσω στο ίδιο βήμα με το θέμα και σε αρμονία με τη διάθεση. Όμως, αντί γι’ αυτό, οδηγώ αδέξια τη συζήτηση σε απρόσμενη και ανεπιθύμητη κατεύθυνση με κάποιο άκαιρα απλωμένο παράδειγμα ή με μια ιστορία ειπωμένη εντελώς άσχετα, χωρίς την παραμικρή σχέση με το θέμα, ώστε οι υπόλοιποι συνομιλητές να χρειαστούν μερικές στιγμές για να συνέλθουν και να επαναφέρουν την κουβέντα στην προηγούμενη κοίτη της, κι εγώ να μένω κάπως απορημένος τι ακριβώς ήθελα να πω με αυτές τις παράλογες παρεμβάσεις μου εκεί όπου έπρεπε μόνο να χαμογελάσω, αφού δεν μπορώ τίποτε άλλο. Μα δεν είναι τίποτα. Θέλω να πω, αυτό δεν είναι τίποτα. Το μεγαλύτερο δράμα-τραγωδία και φάρσα-βαριετέ αρχίζουν όταν πρόκειται για συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο. Διάλογος. Εγώ με κάποιον άλλον. Δύο σε κουβέντα. Και ο ένας είμαι εγώ. Φρίκη. Το τέλος του κόσμου. Οικουμενική θλίψη. Τροχαίο ατύχημα. Το ξέρω ότι είναι καταστροφή, αλλά είμαι μαχητικός τύπος. Δεν μου ιδρώνουν τα χέρια από την αμηχανία. Αντιθέτως. Αρχίζω θαρραλέα να συζητώ το χτένισμα του συνομιλητή (και μόνο αν είναι γυναίκα ή έχει μαλλιά...), τους κοινούς γνωστούς και τον καιρό, την τελευταία μας συνάντηση πριν από έντεκα μήνες και το καινούργιο παιδί των κοινών μας γνωστών Χ και Ψ. Και πόσο έχει μεγαλώσει πια, γιατί ο χρόνος πετάει χωρίς να το καταλάβουμε, κι αυτό φαίνεται πιο πολύ απ’ όλα στα παιδιά που μεγαλώνουν... Είδατε; Ε, έτσι είναι, γιατί ξέρω πώς να ανοίξω. Το έχω σκεφτεί από πριν και έχω φτάσει ως την ένατη κίνηση της παρτίδας, από όπου και πέρα οι παραλλαγές γίνονται τόσο πολλές, που η κοινωνικότητά μου, άξια γκραν μετρ, αρχίζει κρυφά να προσεύχεται στην καλύτερη περίπτωση για μια ισοπαλία. Για μια συμβιβαστική χειραψία, με την παραδοχή ότι η κουβέντα δεν ήταν ούτε καλή ούτε κακή και ότι πλέον με ευχαρίστηση και πολύ δίκαια μπορώ να κατευθυνθώ προς τη βεράντα μου, όπου έχω αφήσει ένα βιβλίο με τσακισμένη σελίδα και έναν μισοτελειωμένο σκέτο καφέ να με περιμένουν ως ανταμοιβή για τις ολυμπιακές μου προσπάθειες και τα ακόμη πιο ολυμπιακά αποτελέσματα σε αυτό το τόσο αρχαίο άθλημα — την επικοινωνία. Σκέφτομαι πώς άραγε με λένε πιο συχνά πίσω από την πλάτη μου. «Ξύλο» ή «κούτσουρο»; Ή μήπως «ροζιασμένος παλαβός»; «Κράσπεδο»; «Αδέξιος κουκουρίκου»; Ή μήπως οι παρομοιώσεις δεν είναι τόσο κολακευτικές όσο θα ήθελα να πιστεύω; Και ότι ακόμη και το «χαζοβιόλης γέρος ηλίθιος-παλαβός» ίσως να είναι κολακευτική υπόθεση; Να λοιπόν που στο τέλος βρήκα κάτι κρυμμένο από μένα, που εξαιτίας της καλής ανατροφής των ανθρώπων δεν θα το μάθω ποτέ, αλλά στοιχηματίζω ότι υπάρχει.