Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Ξέρεις πώς πετάει ο χρόνος, έτσι;

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 29.11.2011 · Φωτογραφία: wirestock / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Знаеш как лети времето, нали?

Να, το νιώθω πια.
Το μαντεύω. Ξέρω μάλιστα πως ονειρεύεσαι άλλον.
Και θυμάμαι πως το παρελθόν δεν έχει και τόση σημασία.
Όχι για τα όνειρα.
Κι ακόμα κι αν είχε, παλιά μου φίλη,
γιατί να ντρέπεσαι;
Κάποιος θα σου το διαβάσει στο φλιτζάνι
ή στον ύπνο. Στον ύπνο σου.

Τώρα θα χαμογελάσω και θα περπατήσω κάτω από το φως
που πέφτει από τα δέντρα με τα κίτρινα και κόκκινα φύλλα
στο καφετί γρασίδι, φίλη μου. Μη-φίλη μου.
Δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει.
Κάποτε έτσι γίνεται.
Αυτό το έμαθα από τους ανθρώπους που έχω πληγώσει.
Έλεγαν:
«Έτσι γίνεται καμιά φορά… Δε σου κρατάω κακία, ρε…»

Κι εγώ έτσι θα κάνω.
Και δεν σου θυμώνω. Ούτε σε ξεχνώ,
όμως βαδίζω με μια δροσερή μοναξιά
ποτισμένη κάτω απ’ τον γιακά.

Ούτε καν πονάει.
Και στην πραγματικότητα δεν θυμάμαι.
Όχι πως ξεχνώ. Δεν συγκρατώ.
Με καταλαβαίνεις, έτσι;
(Είναι μόνο μια έκφραση, μην την πολυπροσέχεις.)

Ούτε καν γνωριστήκαμε.
Και δεν υπήρχε λόγος.
Είναι δύσκολο να κοιτάς στις ψυχές
βαθιά. Για πολύ.
Ακόμη και άπρεπο, ε;

Καλύτερα με αφηρημένες ματιές από το παράθυρο
να πιτσιλάμε κυματάκια στην επιφάνεια του πεζοδρομίου.
Και να φυσάμε στις χούφτες, για να κρύψουμε το κέφι μας.
Ρηχή βροχή ήταν αυτή, ευχάριστη Μη-φίλη…

(Τώρα θυμάμαι πως δεν έχω δει όνειρο τελευταία.)

…ακόμα και οι ματιές μας πάνω στους περαστικούς
είναι ρηχές, παλιά μου καλοθελήτρια.

Ξινός είναι αυτός ο καφές που δεν θα τελειώσω.

Και πικρά χαμόγελα
θα στρίβω σε γκριμάτσα
όλο και πιο σπάνια και πιο σύντομα.

Εσύ ξέρεις πώς πετάει ο χρόνος.
Κάποτε έτσι γίνεται…
Ντριν, ντιν-ντιν, ντριν.
Ντριν-ντριν…
Κυματάκια στο πεζοδρόμιο…

Θα φεύγω πια…
Πάω να μάθω το μάθημά μου.
Εκείνο, το καρμικό,
πως ο άνθρωπος είναι μόνος.
Όχι μοναχικός…

Ναι… Και τα λέμε… Ναι…
Θα κρατήσουμε επαφή.
Φυσικά…

Ακόμα έξω, λικνιζόμενος στο πεζοδρόμιο,
θυμήθηκα πως το ένιωθα.
Το ήξερα κιόλας πως ονειρεύεσαι ήδη άλλον.
Μα είχα ήδη ξεχάσει κι εσένα
κι εμένα. Κι εμάς τους δυο —
κι εμένα, που ήδη ξέρει,
κι εσένα, που ήδη ονειρεύεται.

Τσαλαβουτούσα με τις σόλες στα ρηχά κυματάκια
που άφησαν τα χέρια μας
και χαμογελούσα στους άλλους αγνώστους του δρόμου…

…και μια γεμάτη και ζεστή μοναξιά
απλωνόταν στο χαμόγελό μου
σαν παλιό κονιάκ,
ενώ γύριζα να γνέψω αντίο.