Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Σούπα, γλυκά και άρωμα

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 15.05.2011 · Φωτογραφία: topntp26 / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Супа, сладкиши и парфюм

Η γιαγιά, η καημένη, δεν είχε ποτέ άρωμα.
Έφτιαχνε γλυκά με λεμόνι και βανίλια.
Εγώ καθόμουν στη βεράντα πάνω στο πράσινο χάλκινο κανάτι
κι άκουγα τον παππού να φωνάζει: «Τη μαγείρεψες;»

Η γιαγιά, η καημένη, έβραζε και λαχανόσουπα,
ενώ έφτιαχνε το γλυκό με λεμόνι. Και βανίλια.
Εγώ καθόμουν στη βεράντα και τραγάνιζα με θόρυβο
το κοτσάνι του λάχανου για μια ολόκληρη φαμίλια.

Ο μεγάλος μου αδερφός ο Βίκτωρ χθες βράδυ με μάλωσε
και μου φώναξε να κατέβω από το δέντρο.
«Μικρέ, πάμε! Πάμε στην αγορά.»
Κοίταξε τους πάγκους και μου ψιθύρισε να φυλάω τσίλιες.

Εμφανίστηκε κουβαλώντας το μεγάλο λάχανο,
μου έδωσε μια σφαλιάρα στον σβέρκο και βάλθηκε να βαδίζει.
Περάσαμε δίπλα από μια κυρία με τακούνια
και μπήκαμε στην αυλή μας. Και στο σούρουπο.

Έγινε Κυριακή. Κι εγώ πεινούσα πια.
Και δόξα στη γιαγιά — η σούπα ήταν έτοιμη.
Άχνιζε στα πιάτα, και κάπως παράξενα
η γιαγιά... Δεν ήρθε με την κουτάλα να ψαχουλέψει.

Η γιαγιά περίμενε και το γλυκό, η καημένη.
Μπροστά στον φούρνο, χαμογελαστή. Με κάτι δικό της στο μυαλό.
Και με το χαρτάκι της βανίλιας στο χέρι.
Το έτριβε στα μαλλιά της αντί για άρωμα.