Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Ψαράς

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 26.07.2010 · Φωτογραφία: wirestock / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Рибар

Περνά ένας ψαράς και στη βάρκα του κάθεται.
Κάπου ένας γρύλος σιγά σφυρίζει.
Τρίζουν τα κουπιά και βογκούν νωθρά.
Ο ήλιος κρυφοκοιτά, τις αχτίδες του ορθώνει.

Να σφυρίξει λίγο; Μα όχι,
κωπηλατεί σιωπηλά, ξεφυσά και απορεί.
Το νερό γύρω του νήματα υφαίνει:
«Ναι. Το τραγούδι τα ψάρια θα διώξει.»

Ο ήλιος ακόμα στα κύματα λάμπει,
μα τα σύννεφα ήδη καταπίνουν την αυγή.
Γυρίζει το στήθος και την καταιγίδα αντικρίζει.
Κρύος άνεμος σφυρίζει πάνω απ’ το κεφάλι.

Κωπηλατεί γερά κι αγκομαχά θολά.
Ξανά στα κουπιά. Τα κύματα τον λικνίζουν.
Πιέζει δυνατά, προσεύχεται με πάθος,
και στο κεφάλι του θλιμμένα τραγούδια ωριμάζουν...

Ήσυχο σούρουπο στεγνώνει στην άμμο.
Οι ψαράδες σταυροκοπιούνται ακόμα. Και περιμένουν,
μπηγμένοι στο νερό ώσπου να νυχτώσει,
ώσπου να βλαστημήσουν και να τραβήξουν για το σπίτι.

Θα περάσει μια βάρκα κι ο ύπνος θα φυσήξει.
Στα φύλλα ψηλά θα φυτρώσουν σκέψεις.
Θα περάσει ο καιρός, τα σύννεφα θα ξεσπάσουν.
Ο άνεμος το νερό απ’ τον αφρό θα καθαρίσει.