Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Η παράκληση της μάντισσας

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 03.02.2008 · Φωτογραφία: rawpixel.com / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Молбата на връчката

Καλησπέρα, φίλοι!
Σας φέρνω νέα. Νέα από τη μάντισσα.
Δεν ξέρω γιατί. Εγώ απλώς περνούσα από το σπίτι.
Ούτε το κεφάλι δεν γύρισα, ούτε για χαιρετισμό ούτε για ματιά.
Εκείνη με τράβηξε μόνη της και με έσυρε μέσα στο μισοσκόταδο.

Παρακάλεσε απόψε να της συγχωρέσουμε
τις λαθεμένες προφητείες και τις δικές της πλάνες.
Ούτε ξέρω γιατί παρακαλεί. Αφού μπορούσε να απαιτήσει.
Παρακαλεί να τη συγχωρέσουμε και να τη σκοτώσουμε. Έτσι, λέει, το είδε να γίνεται.
Ούτε ξέρω γιατί παρακαλεί, αν αυτό είναι αλήθεια. Αφού το είδε;

Ή μήπως είδε κάτι άλλο; Και μήπως θέλει να αλλάξει τη μοίρα;
Ή να αλλάξουμε εμείς τη μοίρα; Εμείς; Τρελή μάγισσα, αν είναι αυτό.
Ή μήπως να την ακούσουμε; Ποτέ δεν έχει πέσει έξω. Όχι πως την πιστεύουμε,
βέβαια. Μα ούτε κι εκείνη μπερδεύεται... Δεν ξέρω... Εμένα με μπέρδεψε.

Α, και σαν το σκέφτομαι — ποιο λαθεμένο; Ποια πλάνη;
Όλα γίνονταν έτσι όπως τη ρωτούσαμε...

Μπορούμε και να μην κάνουμε τίποτα. Μια παράκληση πόσο ζυγίζει;
Να το ξεχάσουμε; Μόνο που μετά θα είναι οργισμένη.
Κι ο δρόμος μου περνάει κάθε μέρα από εκεί.
Ούτε κοιτάζω προς το σπίτι, όμως... εκείνη τραβάει μέσα.

Αποφασίστηκε λοιπόν! Θα το σκεφτούμε!
Και θυμάστε πως κάποτε ήταν ερωτευμένη...
Με έναν από εσάς. Ξέχασα με ποιον, πάει καιρός.
Ναι. Ξέρω πως αυτό δεν έχει σημασία τώρα.

Όχι. Δεν τη φοβάμαι. Γιατί να τη φοβάμαι;
Αν απόψε τη σκοτώσουμε, θα είναι νεκρή.
Κι αν δεν το κάνουμε, σημαίνει πως κάνει λάθος και οι χρησμοί της είναι ψέματα.
Γιατί να φοβάμαι και στις δύο περιπτώσεις;

2008