Αλέξανδρος Άντροβ
Διήγημα

Πριν από τη μάχη

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 16.12.2014 · Φωτογραφία: magnific / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Преди битката

Οι στρατιές είναι παραταγμένες η μια απέναντι στην άλλη.

Τα λάβαρα κυματίζουν στον άνεμο του ηλιόλουστου πρωινού και οι σκιές τους πέφτουν στα πρόσωπα των πολεμιστών. Μας καλούν ταυτόχρονα και στην ανδρεία και στην οργή. Στην ίδια ριπή κατορθώνουν να προμηνύουν και αθανασία και θάνατο. Κανέναν τώρα δεν συγκινούν λόγια. Εκκλήσεις. Είμαστε γαντζωμένοι μόνο στο να νικήσουμε τον υγιή μας φόβο, τον προστάτη της ζωής. Κι εμείς δεν θέλουμε ζωή. Θέλουμε θάνατο. Ο θάνατός μας δεν αγαπά τον υγιή φόβο. Τον μισεί. Θέλει να τον πνίξει πριν προλάβει να μας σώσει… Δεν ποθούμε πια τέτοια σωτηρία.

Μάλλον είναι πια αργά ν’ αλλάξει οτιδήποτε. Πίσω μας έμειναν τώρα οι στιγμές της βοής, των διχόνοιων και των εκκλήσεων για λογική και αγάπη που μας συγκρατούσαν από τη μάχη. Δεν δεχτήκαμε να σκύψουμε το κεφάλι μπροστά στον εχθρό. Ούτε εκείνος έσκυψε το δικό του μπροστά μας. Γι’ αυτό σήμερα στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλο. Τόσο περήφανοι και ανόητοι όσο και δυνατοί και κραταιοί. Πλέξαμε κουβάρια-λαβυρίνθους από το καλό και το κακό μέσα μας. Και θα αρπαχτούμε ο ένας από τον άλλο. Θα σπείρουμε την ίδια μέρα τους σπόρους και των αιωνόβιων θρύλων και της αιώνιας ατίμωσης. Για τους νικητές και για τους νικημένους. Στον καθένα το δικό του… Πρέπει να υμνήσουμε τη στιγμή που γίναμε εχθροί. Όχι την επερχόμενη μάχη. Εκείνη δεν αξίζει τραγούδια. Η πιο επική στιγμή είναι εκείνη όπου η υπεροψία και το μίσος επικράτησαν. Όλα τα άλλα είναι σκηνικά και συνέπειες. Όσοι υμνούν την ίδια τη μάχη δεν έχουν ιδέα για ποιον και για τι τραγουδούν. Μένουν τυφλοί στην αληθινή ομορφιά της ανθρώπινης δύναμης και αδυναμίας. Τυφλοί που ζωγραφίζουν τον πίνακα της ζωής με τα χρώματα του θανάτου.

Αυτή η μέρα επαναλαμβάνεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στη δύση, στον βορρά, στην ανατολή και στον νότο, ακριβώς όπως εγώ, στα δικά τους πρωινά και κάτω από τα δικά τους λάβαρα, στάθηκαν όρθιοι οι σαμουράι και οι χάλκινοι πολεμιστές, άντρες από τις λευκές βόρειες ερημιές κι από τις ερήμους που καίει ο φλογερός ήλιος. Κι ο καθένας τους έζησε την ίδια αυτή δική του στιγμή. Πάλεψε με την αδυναμία του και βρήκε τον τρόπο ν’ αντέξει και να υποτάξει τον φόβο του. Τον ζωογόνο φόβο, φρουρό της ζωής. Κι έτσι, πια εντελώς ανυπεράσπιστος, ο πολεμιστής θα ορμήσει μπροστά, δεχόμενος τον δικό του και τον ξένο θάνατο. Υγιής, ζωογόνος δύναμη είναι αυτό ή αρπακτική αρρώστια; Τι κυριεύει τον νου ώστε να τον κάνει να θυσιάσει τη ζωή; Ζωή σε αντάλλαγμα για τι; Για κάποια ιδέα ή για την πατρίδα; Ή για έναν λαό; Ή για μια πίστη; Για μια οικογένεια; Κι ο ρομαντικός υπερασπιστής κι ο αρπακτικός επιδρομέας έχουν διαλέξει τους λόγους τους. Ο καθένας τους ένιωσε ό,τι νιώθω εγώ τώρα. Ξέρει γιατί έφτασε ως εδώ, όμως η παραφροσύνη που τον κυριεύει τη στιγμή πριν αρχίσει η μάχη σβήνει όλους τους λόγους. Την τελευταία στιγμή πριν από τη σύγκρουση πέφτει απόλυτη σιωπή.

Η λογική, η αδύναμη βοτανολόγος του νου, κάθεται τώρα σιωπηλή στην άκρη των γραμμών μας. Ψαχουλεύει βιαστικά στον λυμένο σάκο της με τα βότανα και τα γιατρικά. Μάταια ψάχνει το βοτάνι κατά του μίσους. Και να που στο τέλος παραδέχεται την ήττα της. Καρφώνει κι εκείνη ένα πονεμένο βλέμμα στα μάτια μας που δεν βλέπουν και μας γνέφει αντίο.

Το γιατρικό δεν είναι στην ειρήνη. Ούτε στο αφέψημα της γαλήνης. Αυτό δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει τη γεύση της μάχης που διψάμε. Όσο ο πόλεμος είναι μέσα μας, ούτε η ειρήνη ούτε η γαλήνη θα μπορέσουν να μας κυριεύσουν. Σαν μισοαόρατο, ανήμπορο φάντασμα, η μορφή τους περνά μέσα από τις λαβές των όπλων μας χωρίς να μπορεί να τις αγγίξει. Ο πόλεμος μαίνεται μέσα μας. Παντοδύναμος, κυριαρχεί σε όλα. Η καυτή του φλόγα μάς φυλάει από τα φαντάσματα της ειρήνης και της γαλήνης. Όσο είναι μέσα και είναι δυνατός, εκείνα δεν μπορούν να μας αγγίξουν. Κι είμαστε όλοι ως τον τελευταίο έτοιμοι να πεθάνουμε. Και να σκοτώσουμε. Ο δικός μας κι ο ξένος θάνατος είναι ένα και το αυτό δώρο. Κυριευμένοι και διψασμένοι για θάνατο, δεν κάνουμε διάκριση. Όσοι κράτησαν την ικανότητα να ξεχωρίζουν τη ζωή από τον θάνατο είναι από καιρό καταραμένοι. Και καμένοι. Εμείς τους κάψαμε. Αυτούς, τους αδύναμους, γιατί ήταν ανίατα άρρωστοι από αδυναμία και αναποφασιστικότητα. Βέβαια, εκείνοι το έλεγαν λογική και αγάπη. Όμως εμείς είδαμε την αλήθεια πίσω από τις επινοήσεις τους. Κι ανάψαμε τις πυρές κάτω τους, γιατί φοβόμασταν την πανούκλα της αδυναμίας και τη λέπρα της αναποφασιστικότητας. Η καθαρή φλόγα μάς έσωσε. Απ’ αυτούς έμεινε μόνο η βρόμα του μισοκαμένου ψοφιμιού, ανακατεμένη με την ανάσα της στάχτης. Μετά τη μάχη θα σβήσουμε και τη μνήμη τους. Για να μη μείνει τίποτα.

Μείναμε μόνο εμείς, οι υγιείς. Οι απόγονοί μας θα γράψουν τα τραγούδια για τον άθλο μας και θα τα τραγουδούν ενώ θα ετοιμάζουν τις επόμενες πυρές κάτω από όσους μολύνθηκαν από τη λέπρα της ψευδολογικής και της ψευδαγάπης.

Είναι πιθανό να κάναμε λάθος. Να είχαν δίκιο οι άλλοι. Μα τώρα αυτό δεν έχει σημασία. Η φωνή τους και η θέλησή τους ήταν πιο αδύναμες, κι η αλήθεια τους και η πίστη τους κάηκαν μαζί τους. Το μόνο καλό και κακό που απέμεινε να υπάρχει είμαστε εμείς κι οι εχθροί μας. Κι εκείνοι έκαψαν τους αδύναμους και αναποφάσιστους δικούς τους. Αν δεν ήταν έτσι, δεν θα στέκονταν τώρα απέναντί μας, τόσο δυνατοί και αποφασισμένοι… Τώρα πια μόνο η νίκη θα έχει τον λόγο. Αυτή θα κρίνει σε ποιον βρίσκεται το καλό και σε ποιον το κακό.

Όλα σωπαίνουν. Τώρα καλώ όλη μου την ανδρεία. Τίποτε άλλο δεν μου χρειάζεται μπροστά στον θάνατο και στην αθανασία. Με μία μόνο κίνηση σηκώνω το χέρι μου που σφίγγει το όπλο και σβήνω κάθε σκέψη και κάθε ανάμνηση. Ο πολεμιστής μέσα μου είναι εντελώς έτοιμος. Μέσα μου δεν έμεινε τίποτε άλλο εκτός από εκείνον. Πριν ακόμη από τη μάχη, έχω ήδη νικήσει και τον εαυτό μου και τον εχθρό μου.