Αλέξανδρος Άντροβ
Πεζό

Η Ισαβέλα πάει να ζήσει στο σπίτι… 2

Αλέξανδρος Άντροβ

Πρώτη δημοσίευση: 27.06.2009 · Φωτογραφία: wirestock / Freepik

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Исабела отива да живее в къщата...2

Η Ισαβέλα έσκυψε προς το παραθυράκι και ανάσανε το άρωμα του φρέσκου καφέ

που διυλιζόταν ανάμεσα στα χαρτόκουτα. Το βαρύ μπουκέτο της μυρωδιάς της μούχλας, ανακατεμένο με το άρωμα κάποιας βραζιλιάνικης ποικιλίας, την έκανε ν’ αποφασίσει. Κοίταξε και προς τις δυο μεριές του δρόμου. Το άδειο πεζοδρόμιο την ενθάρρυνε. Κάθισε στις πλάκες και τέντωσε τα πόδια της πάνω στα κουτιά που έκρυβαν το εσωτερικό του υπογείου. Τα μαλακά της παπούτσια δεν κατάφεραν να τα μετακινήσουν με την πρώτη κλοτσιά, όμως ύστερα από μερικά ακόμη αδύναμα σπρωξίματα το ένα γλίστρησε κι έπεσε στο πάτωμα μέσα στο υπόγειο. Ο θόρυβος δεν είχε ακόμη σβήσει, όταν το δεύτερο κουτί έπεσε σχεδόν αθόρυβα στο πεζοδρόμιο. Πέρασε και τα δυο της πόδια στο άνοιγμα, σπρώχτηκε με τα χέρια και χώθηκε μέσα με το μεγαλύτερο μέρος του σώματος. Μόλις και μετά βίας κατάφερνε να σέρνει πίσω της την τσάντα ταξιδιού. Είχε τυλίξει το χερούλι γύρω από τον αριστερό της καρπό και τώρα ένιωθε δυνατό πόνο σε κάθε τράβηγμα. Μια στιγμή αργότερα το βάρος του σώματός της την παρέσυρε προς τα μέσα και προς τα κάτω, μέσα στο σπίτι. Δεν ήξερε τι ύψος είχε το παράθυρο από το πάτωμα του υπογείου, γι’ αυτό ετοιμάστηκε για μια επώδυνη προσγείωση. Ύστερα τα πόδια της χτύπησαν σε σκληρές πέτρινες πλάκες. Τον πόνο τον έκοψε η τσάντα ταξιδιού που της έπεσε στην πλάτη. Έκανε μια γκριμάτσα και σηκώθηκε. Η πλάτη και τα πόδια της πονούσαν πολύ, αλλά μπορούσε να κινηθεί. Κοίταξε γύρω της. Τα μάτια της ξεχώριζαν με δυσκολία τα περιγράμματα των πραγμάτων στο υπόγειο. Έκανε μερικά ακόμη αβέβαια βήματα μπροστά. Ναι. Μπορούσε να πατάει χωρίς πρόβλημα. Οι ακτίνες που έμπαιναν από το παράθυρο της επέτρεψαν να προχωρήσει λίγο ακόμα πριν σταματήσει για να συνηθίσει στο μισοσκόταδο.

Δεν προσανατολιζόταν ακόμη καλά, αλλά κατάφερε ήδη να διακρίνει το μπρίκι με τον καφέ που άχνιζε, αφημένο σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στο γκαζάκι όπου είχε βράσει. Δεν πρόλαβε να κοιτάξει καλύτερα, γιατί έπιασε αχνές φωνές που πλησίαζαν. Η ακοή της είχε οξυνθεί σε βάρος των ματιών της, που ακόμη συνήθιζαν στο μισόφωτο. Όμως δεν μπόρεσε να προσδιορίσει σωστά πού βρίσκονταν όσοι πλησίαζαν. Και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να ετοιμαστεί για τη συνάντηση ή να κρυφτεί. Ο δισταγμός τελείωσε γρήγορα. Η πόρτα στο βάθος του δωματίου άνοιξε σιγανά.

— Τι… κάνεις εδώ;

Απλώθηκε μια στιγμή σιωπής. Ύστερα η Ισαβέλα στράφηκε προς τις δυο μορφές, σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι.

— Γεια!

— Αχά…

— Καφέ ή τσάι;

— Αχά…

Η Ισαβέλα χαμογέλασε. Ήταν ένα εντελώς αόρατο χαμόγελο. Μόνο στις άκρες απ’ τα λακκάκια της.

Γύρισε. Πήρε την καφετιέρα και έβαλε καφέ. Η γεύση του καφέ δεν βελτιώθηκε από το ξεραμένο κατακάθι στο φλιτζάνι.

Τα δυο νεαρά κορίτσια πλησίασαν. Η μία κάθισε δίπλα της και πήρε την καφετιέρα. Δεν έβαλε για τον εαυτό της. Μόνο την κοίταζε από κοντά. Το ακίνητο κεφάλι της χάρισε στη στιγμή γαλήνη και διάρκεια.

— Τι κάνεις εδώ;

— Σκέφτομαι να μείνω εδώ για λίγο, απάντησε η Ισαβέλα με σταθερή φωνή. Εκτός αν αποφασίσω αλλιώς αφού μιλήσουμε. Ή αν μου γίνει φανερό ότι δεν είμαι ευπρόσδεκτη.

— Δεν πρέπει να μετακινείς τα κουτιά, άκουσε να λέει το άλλο κορίτσι, καθώς έσκυβε προς το κουτί που είχε πέσει από το παραθυράκι.

— Θα προσέχω.

Έμειναν έτσι καθισμένες λίγα λεπτά ακόμη στο σκοτεινιασμένο δωμάτιο. Κανείς δεν βιαζόταν να πάει πουθενά. Τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Μια κάποια γαλήνη κι αδυναμία την κυρίεψαν. Η Ισαβέλα ήπιε τον καφέ της, σήκωσε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα από την οποία είχαν μπει τα δυο νεαρά κορίτσια.

— Έλα. Θα σου δείξω.

Εκείνη γύρισε.

— Άσε με να περάσω.

Η Ισαβέλα παραμέρισε. Πέρασαν από έναν στενό διάδρομο. Ύστερα άνοιξαν μιαν άλλη παλιά πόρτα, που τις έβγαλε σε μια πράσινη, ηλιόλουστη αυλή. Το σπίτι την περιέβαλλε κι από τις τέσσερις πλευρές.