Ινδιάνικο συμβούλιο
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Индиански съвет
I. Η προετοιμασία του Μεγάλου Συμβουλίου
Στην κορυφή, το παλιό παρατηρητήριο είχε κουρνιάσει σαν εγκαταλειμμένη φωλιά. Ούτε ένας από τους πολεμιστές Απάτσι δεν φαινόταν εκεί. Το φυλάκιο ερήμωνε εξαιτίας του Μεγάλου Συμβουλίου.
Συγκεντρώνονταν όλοι οι αρχηγοί, όλοι οι άντρες και οι γυναίκες που είχαν αποδείξει στους μακρούς χειμώνες των στερήσεων ότι διαθέτουν τουλάχιστον μια σταγόνα σοφίας. Συγκεντρώνονταν και οι υπόλοιποι — άλλος για να δει το θέαμα, άλλος για να υπολογίσει πώς θα σωθεί, αν το Συμβούλιο αποφάσιζε κάτι άβολο για τον ίδιο προσωπικά…
Στο μεγάλο λιβάδι βασίλευε ήδη μια νευρική κινητικότητα. Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν βιαστικά. Κάποιοι οδηγούσαν τα άλογα πιο μακριά από το χωριό και έσπευδαν να γυρίσουν, άλλοι έστρωναν τα τομάρια βίσωνα όπου θα κάθονταν οι αρχηγοί. Στα αραδιασμένα μπολ με φοραδίσιο γάλα έσκαγαν φουσκάλες στην επιφάνεια του λευκού υγρού. Πού και πού κάποιο παιδί αναποδογύριζε ένα με τα ανήσυχα ποδαράκια του, πριν προλάβει η μάνα του να το πιάσει και να το τραβήξει μακριά από το λιβάδι του συμβουλίου.
Σ’ αυτό το λιβάδι, εκατοντάδες χρόνια τώρα, κρινόταν η μοίρα των Απάτσι των Νοτιοδυτικών Εδαφών. Τα εδάφη αυτά είχαν αλλάξει πολλές φορές σύνορα μέσα στους αιώνες. Κάποτε, ύστερα από βαριές ήττες, το λιβάδι είχε βρεθεί στις παρυφές της γης των Απάτσι του νοτιοδυτικού, και κάποτε, ύστερα από ένδοξη νίκη, απλώνονταν από εκεί ως τα σύνορα χιλιάδες μίλια ζουμερό χορτάρι και διάφανα ρυάκια που κατέβαιναν από τα βουνά. Οι Απάτσι του νοτιοδυτικού ήταν περήφανος λαός. Γεννιούνταν κανονικοί. Ύστερα, στο σχολείο των σαμάνων, τους έκαναν πλύση εγκεφάλου και γίνονταν Περήφανοι Απάτσι. Δινόταν μεγαλύτερη έμφαση στην περηφάνια παρά, ας πούμε, στα μαθηματικά. Οι σαμάνοι-δάσκαλοι, είτε από αδεξιότητα είτε για κάποιον δικό τους λόγο, κατέτασσαν την υπερηφάνεια στις αρετές. Αν και οι περισσότεροι Απάτσι είχαν ασπαστεί τον χριστιανισμό από παλιά, προφανώς κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να κοιτάξει ότι, σύμφωνα με τη νεοαποκτημένη θρησκεία, η υπερηφάνεια είναι αμάρτημα… Κι έτσι, οι νεαροί Απάτσι ζούσαν περήφανα με την απατσική τους αυτοσυνειδησία, καβαλούσαν ελεύθεροι τα καινούργια τους αυτοκίνητα, έστηναν τις παραδοσιακές απατσικές σκηνές τους, που τις γέμιζαν περήφανα με κάθε λογής άχρηστα αλλά γοητρικά αντικείμενα, ενώ οι γυναίκες Απάτσι προσανατολίζονταν στη ζωή από τη γυαλάδα των αυτοκινήτων και το μέγεθος των σκηνών. Και διάλεγαν τους πατέρες των παιδιών τους με τα ίδια σημάδια… Η ζωή κυλούσε κανονικά. Οι σαμάνοι και οι αρχηγοί ζούσαν σχετικά χωριστά. Είχαν τις δικές τους χαρές και έγνοιες και δεν είχαν όρεξη ν’ αλλάξουν το στάτους κβο. Άλλωστε… τι του έλειπε του στάτους κβο;
Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια όμως, στη ζωή των Απάτσι του νοτιοδυτικού επήλθαν κάποιες σημαντικότερες αλλαγές. Για τον έναν ή τον άλλο λόγο, η διοίκηση του καταυλισμού τους πέρασε από τα χέρια του Περιφερειάρχη της Νέας Ορλεάνης στην άμεση δικαιοδοσία των «Γαλαζοχιτώνων» της Ουάσιγκτον. Με τον Περιφερειάρχη της Νέας Ορλεάνης οι Απάτσι τα έβγαζαν πέρα χωρίς κανένα πρόβλημα. Κάθε δύο χρόνια του εξέφραζαν τον σεβασμό τους. Πλήρωναν τους φόρους τους κι εκείνος τους άφηνε να ζουν όπως ήθελαν. Πού και πού ο περιφερειάρχης επισκεπτόταν τον καταυλισμό κι εκείνοι του επιφύλασσαν λαμπρή υποδοχή, ντυμένοι με τα παλιά δερμάτινα ρούχα τους και στολισμένοι με φτερά και δόντια ζώων. Υπήρχε μόνο ένας περιορισμός. Οι Απάτσι δεν επιτρεπόταν να ταξιδεύουν βόρεια από τον Ποταμό-Μητέρα. Ούτε να εγκατασταθούν εκεί ούτε να δουλέψουν. Κι όλοι ήξεραν ότι βόρεια του ποταμού μπορούσε κανείς να βγάλει περισσότερα λεφτά, πράγμα που φαινόταν αμέσως στη γυαλάδα του αυτοκινήτου και στην όψη της σκηνής. Και πάλι αμέσως — στην επιλογή των γυναικών Απάτσι. Γι’ αυτό, για πολύ καιρό ο Ποταμός-Μητέρα ήταν για τους Απάτσι σαν το σύνορο της Γης της Επαγγελίας. Κυκλοφορούσαν κάθε λογής θρύλοι για μέλη της φυλής που είχαν καταφέρει να τον περάσουν. Τα ήσυχα καλοκαιρινά σούρουπα, πλάι στον καπνό που ελισσόταν από τις φωτιές του καταυλισμού, οι Απάτσι, έχοντας παρκάρει εκεί κοντά τα γυαλιστερά αυτοκίνητά τους και μαζεμένοι ν’ ακούσουν ενδιαφέρουσες ιστορίες και να χορέψουν γύρω από τη φωτιά, διηγούνταν ο ένας στον άλλο τη μοίρα αυτών των αδερφών τους. Κάποιος άρχιζε: Το Δεξί Πόδι γύρισε κρυφά και έφερε στη μάνα του ένα σωρό όμορφες άσπρες χάντρες. Να τη, εκεί. Κάθεται και τις καμαρώνει μπροστά στις άλλες γυναίκες και σωπαίνει μυστηριωδώς. Δεν λέει από πού είναι, αλλά είναι φανερό. Από πού αλλού να ’ρθαν… Κι ο Κίτρινος Μάστανγκ έστειλε γράμμα στη γυναίκα του. Λένε πως βρήκε τρόπο να την περάσει απέναντι από το ποτάμι, να ζήσουν πάλι μαζί… Στην άλλη μεριά. Κι όλοι έριχναν γρήγορες ματιές τριγύρω, μήπως περνούσε κοντά κάποιος σαμάνος ή αρχηγός που θα μπορούσε να τους τιμωρήσει γι’ αυτές τις ιστορίες. Παρόλο που και οι σαμάνοι και οι αρχηγοί αγαπούσαν κρυφά αυτές τις ιστορίες. Η περιέργεια δεν ανέχεται απαγορεύσεις…
Τα τελευταία χρόνια όμως η κατάσταση άλλαξε. Οι «Γαλαζοχίτωνες» της Ουάσιγκτον είχαν επιτρέψει στους Απάτσι να ταξιδεύουν όπου τραβούσε η καρδιά τους. Κι οι Απάτσι, μετά τα πρώτα πανηγύρια γύρω από τη φωτιά, ταξίδεψαν. Και τι ταξίδεψαν… Τόσο ταξίδεψαν, που ξέχασαν εντελώς να γυρίσουν. Στα χωριά είχαν μείνει χιλιάδες ηλικιωμένοι Απάτσι, που κάθε μήνα πήγαιναν στον ταχυδρομικό σταθμό για να πάρουν τα λεφτά που τους έστελναν οι νέοι για να μην πεθάνουν της πείνας — γιατί, όταν έφυγαν οι νέοι, σε όλο το Νοτιοδυτικό Έδαφος δεν είχε μείνει σχεδόν κανείς να παράγει οτιδήποτε. Κι οι γέροι θα είχαν πεθάνει της πείνας, αν οι νέοι δεν τροφοδοτούσαν δεόντως τον ταχυδρομικό σταθμό με τα λεφτά που έβγαζαν βόρεια από τον Ποταμό-Μητέρα.
Κι αυτός ήταν σήμερα ο κύριος λόγος για το Μεγάλο Συμβούλιο που επέκειτο. Βέβαια, θα συζητούσαν και κάποιες μικρές τροποποιήσεις στον νόμο της φυλής σχετικά με τους κανόνες παραχώρησης γης για σιδηροδρομικές γραμμές και αγωγούς φυσικού αερίου, αλλά αυτές έμεναν κάπως σε δεύτερο πλάνο.
Η σοφία των αρχηγών και των σαμάνων αρκούσε πάντως για να νιώσουν ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να συνεχιστούν έτσι για πάντα και ότι ήταν πολύ πιθανό οι νέοι να μη γυρίσουν ποτέ πια. Κι αυτό σήμαινε ότι οι Απάτσι των Νοτιοδυτικών Εδαφών ήταν καταδικασμένοι στον αφανισμό. Όχι ένας ένας, αλλά ως Απάτσι…
Πάνω στα τομάρια, στη μέση του μεγάλου λιβαδιού του συμβουλίου, άρχιζαν ήδη να παίρνουν θέση οι πιο ισχυροί και οι πιο σοφοί από τους Απάτσι του νοτιοδυτικού. Με ένα βογκητό σταύρωναν τα πόδια, ίσιωναν την πλάτη κι άναβαν τις μακριές πίπες τους, με το βλέμμα καρφωμένο στο άπειρο της πρεριάς. Μ’ αυτό το βλέμμα ήθελαν να δείξουν σε όλους ότι είναι ικανοί να βρουν απάντηση στα προβλήματα που κρέμονταν πάνω από τη φυλή.
Στη μια άκρη του λιβαδιού τρεις από τους νεότερους φύσηξαν τα μεγάλα κέρατα βουβαλιού. Το Συμβούλιο άρχιζε…