Γράμμα σε ένα άγνωστο φιλαράκι
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Писмо до непознато другарче
Ο γιος μου γύρισε από το σχολείο με μια φρέσκια αποστολή: να γράψει γράμμα σε ένα φιλαράκι.
— Και από πού είναι το φιλαράκι; τον ρωτάω εντελώς αδιάφορα.
— Ε, από τη Μανταγασκάρη, μου απαντά κατηγορηματικότατα.
— Α, μάλιστα. Ξέρεις πού είναι αυτό;
— Φυσικά, μου απαντά ο γιος μου προσβεβλημένος. Έλα να σου το δείξω στον χάρτη.
Και με σέρνει να δω τη Μαδαγασκάρη στον χάρτη.
— Έχω κι ένα φίλο από τη Μανταγασκάρη. Και ξέρεις τι μου έμαθε ο Νίρι, ο φίλος μου από τη Μανταγασκάρη;
Ο φίλος του όμως από τη Μαδαγασκάρη δεν είναι το φιλαράκι στο οποίο θα γράψει γράμμα, αλλά συμμαθητής του.
— Και τι σου έμαθε ο Νίρι; τον ρωτάω με ειλικρινή περιέργεια.
— Ε, ότι το πιο σημαντικό είναι να είσαι χαμογελαστός και στα κέφια σου, γιατί αν δεν είσαι, μπορεί να σου συμβεί κάτι κακό.
— Γι’ αυτό είναι πάντα χαμογελαστός;
— Ε ναι. Κι αυτός κι η μαμά του χαμογελάνε πάντα και δεν θυμώνουν ποτέ.
— Βλέπεις; Κι εσύ καμιά φορά κατσουφιάζεις για το τίποτα.
— Ε, εγώ δεν είμαι από τη Μανταγασκάρη, παίρνω τη γρήγορη απάντησή του, γιατί ο γιος μου δεν είναι χτεσινός και ξέρει να σου εξηγήσει τι είναι πώς και γιατί είναι έτσι. Αποφάσισα να του γλιτώσω τις περιττές ηθικολογίες.
Κι έτσι, ύστερα από λίγες μέρες, το γράμμα ήταν έτοιμο. Προσπαθώ να μην ανακατεύομαι στο γράψιμο του γιου μου κι αυτός να μην ανακατεύεται στο δικό μου. Έχουμε καταλήξει σε μια σιωπηρή συμφωνία ότι ο καθένας μπορεί να γράφει ό,τι θέλει. Κι έτσι συμβιώνουμε ήρεμα κι αρμονικά, με τον καθένα να αναπτύσσει το γράψιμό του προς διαφορετική κατεύθυνση.
Ιδού τι είχε ετοιμάσει ο μικρός επιστολογραφικός τιτάνας, ο μελλοντικός Σενέκας του αιώνα μας:
Γεια σου,
Με λένε Καλογιάν και είμαι 10 χρονών. Ξέρεις ότι έχω κι άλλον φίλο από τη Μανταγασκάρη. Τον λένε Νι Ριάνα, αλλά όλοι τον φωνάζουν Νίρι. Είναι πολύ καλός και χαμογελαστός και λέει ότι έτσι η ζωή είναι καλύτερη και του συμβαίνουν καλύτερα πράγματα. Όχι σαν τους κατσούφηδες ανθρώπους στο Λένινγκραντ, που δεν είχαν τίποτα να φάνε τρία ολόκληρα χρόνια και οι περισσότεροι πέθαναν από την πείνα. Μόνο αναρωτιόμουν αν είχαν νερό, αλλά ο μπαμπάς είπε ότι είχαν. Άρα δεν πέθαναν από τη δίψα.
Θα πάρουμε σκύλο και θα αποκτήσω και αδελφούλα, αλλά για τώρα δεν έχω.
Η αγαπημένη μου ώρα της μέρας είναι το βράδυ, γιατί τότε το σχολείο έχει τελειώσει και καμιά φορά μπορώ να παίξω στον υπολογιστή. Το ξέρεις το «World of Warcraft»; Εγώ είμαι απέθαντος και είμαι ήδη στο επίπεδο 14, αλλά θα ανέβω γρήγορα, γιατί σκοτώνω πολλά τέρατα. Αλλά εσύ μάλλον δεν παίζεις πολύ, γιατί η κυρία μας είπε ότι δεν έχετε πολύ ρεύμα. Η κυρία μας είπε ότι θα μαζέψουμε λεφτά για να φτιάξετε κοτέτσι στο σχολείο, για να μπορείτε να παίρνετε αυγά και να τα βράζετε για μεσημεριανό. Εμένα μου αρέσουν πολύ οι κότες, και η γιαγιά μου η Βιάρα έχει μέχρι και φάρμα με πολλές γαλοπούλες και σκύλο και τέσσερις γάτες. Αλλά ο παππούς ο Σάντιο πέθανε πια. Είχα κι ένα σκυλί στη γιαγιά τη Λίλι, αλλά δεν το έχω δει πολύ καιρό και δεν ξέρω αν είναι ακόμα δικό μου.
Λοιπόν γεια.
Καλογιάν.
Ωραίο γράμμα βγήκε. Ε, τώρα θα με κατηγορήσετε ότι διαβάζω γράμματα που δεν απευθύνονται σε μένα. Και θα έχετε δίκιο. Αλλά κι εσείς κάνετε το ίδιο αυτή τη στιγμή, οπότε προτείνω να κλείσουμε το μάτι ο ένας στον άλλον σαν συνένοχοι.
Και να που ύστερα από καμιά δεκαριά μέρες ήρθε η απάντηση και καθίσαμε να τη διαβάσουμε οι δυο μας:
Γεια σου, Καλογιάν
Με λένε Ελοά και είμαι 11 χρονών και σε χαιρετώ. Ζούμε δίπλα στη θάλασσα με τη μαμά, τον μπαμπά και τις τρεις αδελφές μου. Η αγαπημένη μου ώρα της μέρας είναι το πρωί, γιατί τότε ξέρω ότι σε λίγο θα ξεκινήσω για το σχολείο και θα μπορέσω να μάθω πολλά καινούργια πράγματα. Θα μάθω να γράφω καλύτερα και να λογαριάζω μεγάλους αριθμούς και προβλήματα. Μετά γυρίζω σπίτι και βγαίνω να παίξω ή να κολυμπήσω ή συνεχίζω να διαβάζω. Το παιχνίδι που παίζεις μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον, αλλά δεν το έχω ακόμα. Θα μου πεις κι άλλα γι’ αυτό και για τους απέθαντους; Πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει να κολυμπάω και μετά να διαβάζω. Ο παππούς και η γιαγιά μου ζουν, κι εσύ καλύτερα να μη λες και να μη γράφεις το όνομα του παππού σου, γιατί μπορεί να γυρίσεις πίσω το πνεύμα του και να σου θυμώσει. Η οικογένειά μου σε χαιρετά, εσένα και τη μαμά και τον μπαμπά σου. Δεν ξέρω τίποτα για αυτούς τους ανθρώπους που πεινούσαν, αλλά εμείς τώρα, όταν μας φτιάξουν το κοτέτσι, θα έχουμε πολλά ωραία πράγματα να τρώμε με αυγά και καλαμπόκι.
Γεια
Ελοά
Έξω χιόνιζε με μεγάλες νιφάδες και σιγά σιγά σκοτείνιαζε. Ο γιος μου κι εγώ πιάσαμε να διαβάζουμε. Ο καθένας τα δικά του μαθήματα.