Ο πόνος του Ιγνάθιο Λογιόλα
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Болката на Игнасио Лайола
Ενώ περίμενε τη σειρά του να μπει,
ο Ιγνάθιο Λογιόλα ούρλιαζε από τον πόνο.
Το πόδι του έβγαζε πύον δεύτερη εβδομάδα πια.
Και κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
Ούτε ο κουρέας στο διπλανό χωριό,
ούτε ο βιβλιοθηκάριος του μοναστηριού — άνθρωπος επιδέξιος.
Αν και ο πόνος του δυνάμωνε,
ο Ιγνάθιο Λογιόλα προσπάθησε να μπει.
Ήρθαν κι άλλοι, τον έπιασαν από τις μασχάλες,
τον βοήθησαν να φτάσει κουτσαίνοντας ως την πόρτα,
την κράτησαν ανοιχτή ώσπου να δρασκελίσει το κατώφλι
κι αμέσως μετά έπεσε στο πέτρινο δάπεδο,
γιατί τον είχαν αφήσει.
Πριν προλάβει ν’ ανάψει ένα κερί
ή να κοιτάξει ψηλά τον τρούλο
(αυτοί οι τρούλοι έπρεπε να ήταν επίπεδοι)
ή να Τον χαιρετήσει.
Ο πόνος τον τύλιξε σαν μεγάλη γλοιώδης φούσκα,
δυνάμωσε λίγο ακόμα, ύστερα άρχισε να πάλλεται σε σταθερό ρυθμό.
Πολλά σιωπηλά χείλη σάλευαν ήδη σε προσευχή.
Μα κανείς δεν σκέφτηκε να τον αναφέρει στη δική του.
Σαν σε καρναβάλι, μπροστά στα μάτια του άστραψαν
τα πυροτεχνήματα του παρελθόντος,
τα ήσυχα νερά μιας ορεινής λίμνης
και το χαμόγελο μιας μάγισσας από την Κόρδοβα.
Όλα έφερναν μόνο πόνο.
Καμία άλλη σκέψη στα χέρια τους.