Η κατάλληλη στιγμή
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Удобен случай
Από τον λόφο όπου ήταν χτισμένο το Λενγκοντόρο φαίνονταν τα χωράφια με την ανάλαφρη χρυσαφένια τους απόχρωση και οι σκούρες κηλίδες της ξεραμένης γης. Κίτρινα χόρτα, που εναλλάσσονταν με τις σκιές των κλαδιών των ελαιόδεντρων, στραβωμένων σαν παράλυτα χέρια, ακουμπούσαν στις πλαγιές των ψηλών βουνών. Και τα ψηλά βουνά, όπως έπρεπε, ακουμπούσαν στον ουρανό. Κι έτσι έδιναν στην εικόνα την πληρότητά της.
Στο Λενγκοντόρο ζούσε εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια και ο Τζότο ντι Ούμπρια. Είχε γεννηθεί εδώ και είχε ζήσει όλη του τη ζωή ευτυχισμένος στο χωριό του. Ο Τζότο ντι Ούμπρια είχε ένα υπέροχο κρεβάτι. Κληρονομιά από τον παππού του. Το μόνο που του είχε απομείνει από την οικογένειά του μετά τη μεγάλη φωτιά που, πριν από περισσότερα από σαράντα χρόνια, είχε ξεσπάσει στο μικρό αγροτόσπιτό τους. Το κρεβάτι είχε γλιτώσει από τις φλόγες μόνο επειδή ήταν σιδερένιο. Το μόνο σιδερένιο έπιπλο του σπιτιού τους. Και ήταν πολύ όμορφο. Οι περιστάσεις και η φύση είχαν διαλέξει να αφήσουν στον Τζότο ντι Ούμπρια μια όμορφη, σιδερένια ανάμνηση.
Ο Τζότο σηκώθηκε από την οικογενειακή του ανάμνηση. Πλύθηκε προσεκτικά και κατέβηκε τα στενά σκαλιά που οδηγούσαν στον προθάλαμο του σπιτιού όπου βρισκόταν το δωμάτιό του. Η κυρία Αουρέλια του είχε αφήσει ένα μικρό μπογαλάκι με φαγητό για τη μέρα. Δίπλα του καμάρωνε το κοιλαράδικο σώμα της γυάλινης καράφας, στην οποία κουβαλούσε νερό εδώ και χρόνια.
Σήμερα άρχιζε να μαζεύει τις ελιές. Περίμενε αυτή τη μέρα σχεδόν έναν χρόνο. Ο Τζότο ντι Ούμπρια περίμενε αυτή τη μέρα κάθε χρόνο. Γνώριζε τόσο καλά τις ελιές του, που τις φρόντιζε από καιρό, ώστε δεν χρειαζόταν κανένα εξωτερικό σημάδι για να καταλάβει ακριβώς ποια μέρα του χρόνου έπρεπε να ξεκινήσει το μάζεμα. Οι γείτονές του, που καλλιεργούσαν κι αυτοί τις ελιές τους –υπέροχα σικελικά δεντράκια–, στην αρχή τον ρωτούσαν αν είχε ορίσει τη μέρα που θα άρχιζε η συγκομιδή. Εκείνος όμως τους απαντούσε ότι δεν την ήξερε ακόμη. Κι αυτό ήταν αλήθεια. Κάθε χρόνο, το βράδυ πριν έρθει η μέρα, το καταλάβαινε με κάποιον τρόπο ανεξήγητο ακόμη και για τον ίδιο, σαν να του έστελναν τα δέντρα ένα σιωπηλό αλλά καθαρό σημάδι. Και οι ελιές του ήταν πάντα εξαιρετικές. Γι’ αυτό και οι γείτονές του είχαν εγκαταλείψει την παλιά παράδοση να ξεκινούν τη συγκομιδή σε μια ορισμένη μέρα και αντί γι’ αυτό είχαν αρχίσει να περιμένουν υπομονετικά το πρωί που ο Τζότο ντι Ούμπρια ξεκινούσε με το μουλάρι του και τα μεγάλα του καλάθια για τον ελαιώνα του. Καταλάβαιναν ότι η μέρα είχε έρθει, ετοιμάζονταν και έπαιρναν τον δρόμο πίσω του για τα δικά τους δέντρα.
Και φέτος όλα επαναλήφθηκαν, όπως ταιριάζει σε κάθε τελετουργία. Αφού πήρε το φαγητό του κι έβγαλε το μουλάρι, πριν καν απομακρυνθεί πολύ, άκουσε πίσω του τις χαρούμενες φωνές των γειτόνων του, που ετοιμάζονταν κι αυτοί. Χαμογέλασε, χωρίς να κόψει το βήμα του.
Ο ήλιος είχε ήδη γείρει πέρα από το μεσημέρι. Ο Τζότο ντι Ούμπρια κρύφτηκε στην αραιή σκιά ενός μεγάλου δέντρου κι ετοιμάστηκε να φάει. Κοίταξε τις μορφές που πλησίαζαν προς το μέρος του. Ύστερα από λίγα λεπτά οι δύο ηλικιωμένοι άντρες τον χαιρέτησαν και στάθηκαν μπροστά του, κρύβοντας με τα σώματά τους τον ήλιο, κάτι για το οποίο ο Τζότο τους ήταν ευγνώμων. Ο μεγαλύτερος από τους δύο του χαμογέλασε:
— Εσύ είσαι ο Τζότο ντι Ούμπρια, έτσι δεν είναι; Καλημέρα! χαιρέτησε ο άγνωστος. Και ύστερα συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση: — Δεν θέλουμε να σε απασχολήσουμε για πολύ, γι’ αυτό θα σε χαιρετήσω, θα σου πω ό,τι έχω να σου πω, και μετά θα φύγουμε. Είμαστε απεσταλμένοι της Μυστικής Λοταρίας. Τα συγχαρητήριά μας! Κάθε χρόνο κληρώνονται από τους καταλόγους μας τα ονόματα λίγων νικητών. Και οι κατάλογοί μας είναι πολύ γεμάτοι… Ο άντρας έγειρε ελαφρά το κεφάλι προς τα κάτω, σαν σε ένδειξη σεβασμού. Πολύ γεμάτοι… επανέλαβε συλλογισμένος. Λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι γίνονται οι νικητές μας της χρονιάς. Άλλοι κερδίζουν μεγάλα ποσά, άλλοι υπέροχα αντικείμενα από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους, άλλοι πάλι καινούργια σπίτια. Αυτά είναι μόνο παραδείγματα. Κάποιοι κερδίζουν λουλούδια ή κομμάτια σάπιο ξύλο, άλλοι χωράφια και καράβια. Ο κατάλογος είναι αρκετά ποικίλος και τον διαβάζω πάντα με περιέργεια. Πάντα βρίσκει κάτι να με εκπλήξει. Μια φορά βρήκα μέσα του για βραβείο χιόνι. Αλλά ας μην παρεκκλίνω. Ο κατάλογος της χρονιάς εμφανίζεται κάθε χρόνο πάνω σε μια περγαμηνή μήκους μερικών εκατοντάδων μέτρων, μία μέρα πριν από την κλήρωση των ονομάτων. Μαζί με τον κατάλογο εμφανίζονται και τα βραβεία. Η περγαμηνή απλώνεται στη μεγάλη αίθουσα της Λοταρίας σαν από το πουθενά. Και τα βραβεία γεμίζουν όλα τα δωμάτια. Τα ονόματα των καραβιών, των σπιτιών, των κτημάτων και των άλλων κερδισμένων πραγμάτων που δεν χωρούν στο κτίριο βρίσκονται δίπλα στον κατάλογο, σε ξεχωριστή περγαμηνή. Αναγράφεται η ακριβής τοποθεσία τους. Ούτε εμείς οι ίδιοι ξέρουμε πώς γίνεται αυτό, ούτε καταφέρνουμε να το καταλάβουμε. Όχι πως δεν προσπαθούμε… Άλλοτε τα βραβεία του καταλόγου είναι πιο ακριβά κι άλλοτε πιο ταπεινά. Όταν τα ονόματα και τα βραβεία γίνουν γνωστά, συγκρίνουμε τους καταλόγους με την περγαμηνή. Κατά παλιά παράδοση, το πρώτο όνομα του καταλόγου αντιστοιχεί στο πρώτο βραβείο που σημειώνεται στην περγαμηνή, και ούτω καθεξής ως το τέλος. Κληρώνουμε τόσα ονόματα όσα βραβεία περιέχει ο κατάλογος. Εμείς, οι απεσταλμένοι της Λοταρίας, παίρνουμε τον δρόμο για να πάμε τα βραβεία στους νικητές. Κι έτσι βρισκόμαστε εδώ. Φέτος κληρώθηκε το όνομά σου. Όταν συγκρίναμε τη σειρά του με τη σειρά των βραβείων στην περγαμηνή, αποδείχτηκε ότι κερδίζεις ένα ταξίδι σε έναν τόπο που θα διαλέξεις μόνος σου. Το βραβείο πήρε τη μορφή ενός σακιού με χρήματα. Και είμαι βέβαιος ότι, αν τα χρήματα δεν φτάσουν για να ικανοποιήσουν την επιθυμία σου, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο το σακί θα ξαναγεμίσει, ώσπου να έχει αρκετά χρήματα για να φτάσεις στο σημείο που θα διαλέξεις, να μείνεις όσο θέλεις και να γυρίσεις από εκεί. Κι αν το ταξίδι που θα διαλέξεις δεν είναι ακριβό ή πολύ μακρινό, τότε τα χρήματα που είναι τώρα στο σακί θα λιγοστέψουν. Μπορείς να σκεφτείς πού θέλεις να πας· όταν είσαι έτοιμος, θα το μάθουμε και θα ξανάρθουμε. Οι όροι είναι ότι το ταξίδι τελειώνει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε και ότι τα σουβενίρ δεν επιτρέπονται.
Ο Τζότο ντι Ούμπρια κοίταξε τον γάιδαρο των δύο ταξιδιωτών και το φουσκωμένο σακί που ήταν ριγμένο πάνω στο σαμάρι του. Ποτέ δεν είχε ακούσει για τη Μυστική Λοταρία. Ούτε είχε φανταστεί ποτέ ότι θα κέρδιζε οτιδήποτε σε λοταρία. Δεν έπαιζε κανένα τυχερό παιχνίδι. Καλλιεργούσε ελιές. Τους ευχαρίστησε έκπληκτος, κι οι δύο άντρες, που προφανώς είχαν συνηθίσει ακριβώς τέτοιες σαστισμένες ευχαριστίες, έγνεψαν χαμογελαστοί κι απομακρύνθηκαν.
— Πώς θα σας ειδοποιήσω όταν αποφασίσω; φώναξε πίσω τους ο Τζότο ντι Ούμπρια.
— Θα έρθουμε την επομένη της μέρας που θα αποφασίσεις πού θέλεις να πας. Δεν χρειάζεται να μας ειδοποιήσεις. Θα καταλάβουμε ότι πρέπει να έρθουμε.
«Πάρα πολλά μάγια», χαμογέλασε μέσα του ο Τζότο ντι Ούμπρια. Όμως είχε πιστέψει. Τους ακολούθησε με το βλέμμα ώσπου χάθηκαν πίσω από τους λόφους, που τους έλουζε γενναιόδωρα ο σικελικός ήλιος.
Ύστερα από λίγες ώρες ο Τζότο ντι Ούμπρια είχε ήδη ξεφορτώσει τα γεμάτα ελιές καλάθια στη μικρή αποθήκη του χωραφιού, είχε βάλει το μουλάρι στον στάβλο και κουβέντιαζε με την κυρία Αουρέλια στη δροσιά του σαλονιού του μεγάλου πέτρινου σπιτιού. Δείπνησαν με κέφι και λίγο αργότερα, αφού καληνύχτισε τη σπιτονοικοκυρά του, ο Τζότο αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. Θυμήθηκε ξανά τους δύο άντρες και την εξήγηση για το βραβείο που είχε κερδίσει. Μήπως κάποιος του είχε κάνει ένα ανόητο αστείο; Δεν το πίστευε. Οι γείτονές του τον αγαπούσαν και τον σέβονταν, κι εκείνος δεν ήταν καβγατζής από χαρακτήρα. Απεναντίας. Ήταν πράος και ήσυχος άνθρωπος, με πλατύ χαμόγελο. Άλλωστε ήταν κάτι σαν διασημότητα σε όλη την περιοχή. Ο Τζότο ντι Ούμπρια όριζε αλάνθαστα τη μέρα που άρχιζε το μάζεμα της ελιάς. Όλοι τον σέβονταν όπως σέβονταν και το μνημείο του Πάπα Λέοντα Γ΄ μπροστά στην εκκλησία του Λενγκοντόρο.
Βέβαια, για να ελέγξει αν επρόκειτο για αστείο ή για μυστηριώδες κέρδος, αρκούσε ο Τζότο ντι Ούμπρια να διαλέξει τον τόπο όπου ήθελε να ταξιδέψει και να περιμένει ως το επόμενο πρωί. Ήταν απλό. Θα το καταλάβαινε τη στιγμή που θα έβλεπε τους δύο αγνώστους. Ή που δεν θα τους έβλεπε. Το μόνο πρόβλημα γι’ αυτόν παρέμενε το γεγονός ότι ο Τζότο ντι Ούμπρια δεν είχε όρεξη να ταξιδέψει. Καθόλου και πουθενά. Και λιγότερο απ’ όλα τώρα. Τον περίμεναν τα δέντρα του. Θα αφιέρωνε μια ολόκληρη εβδομάδα στο μάζεμα της ελιάς. Γι’ αυτό αποφάσισε να αφήσει στον εαυτό του περισσότερο χρόνο να το σκεφτεί και, αφού τελειώσει με τη συγκομιδή, να αποφασίσει πού είχε όρεξη να πάει. «Φαίνεται…» συλλογιζόταν ο Τζότο, «…ότι αυτό το ταξίδι θα είναι το πρώτο και το τελευταίο της ζωής μου. Δύσκολα θα το βάλω ποτέ ξανά στο μυαλό μου να πάω κάπου αλλού. Αφού ως τώρα δεν το έχω κάνει. Άρα ήρθε η ώρα να το αποφασίσω. Πώς γίνεται να μη μου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό; Είναι δυνατόν να μην έχω σκεφτεί ποτέ τον κόσμο; Και να δω κάτι απ’ αυτόν;»
Η εβδομάδα πέρασε. Όλες οι ελιές είχαν πια μαζευτεί κι όλοι στο Λενγκοντόρο ήταν ευτυχισμένοι. Ετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή του φωτός προς τιμήν του Αγίου Ιανουαρίου. Τα παιδιά είχαν ήδη στήσει τα κεριά κατά μήκος των γραμμών από τις όμορφες μορφές που είχε ζωγραφίσει ο πατήρ Αντόνιο στην πλατεία μπροστά στην εκκλησία. Το βράδυ, όταν θα έδυε ο ήλιος, τα παιδιά –αλλά και μερικά από καιρό μεγαλωμένα παιδιά του χωριού– θα έτρεχαν να ανάψουν τα κεριά που σχημάτιζαν τις όμορφες φλεγόμενες μορφές, γεννημένες από τη φαντασία του πατρός Αντόνιο. Οι υπόλοιποι κάτοικοι μαζεύονταν στην άκρη ενός δρόμου που ανηφόριζε από την πλατεία, για να απολαύσουν το θέαμα από ψηλά. Κάποιες χρονιές, όταν φυσούσαν δυνατοί άνεμοι από τη θάλασσα, βοηθούσαν όλοι να ανάψουν τα κεριά. Ύστερα άρχιζαν οι συγκεντρώσεις στις μικρές πλατειούλες μπροστά στα σπίτια, στις διάφορες γειτονιές του χωριού. Ο κόσμος έκανε θόρυβο και γιόρταζε ως αργά τη νύχτα… Οι τουρίστες ήταν οι μόνοι που πίστευαν ότι η γιορτή του φωτός οργανωνόταν γι’ αυτούς. Φέτος όμως η γιορτινή διάθεση δεν ήρθε στον Τζότο ντι Ούμπρια. Στο μυαλό του είχε φωλιάσει η σκέψη του βραβείου. Να που είχε έρθει η ώρα να αποφασίσει. Κι εκείνος εξακολουθούσε να μην έχει όρεξη να πάει πουθενά. Πού θα μπορούσε άλλωστε να πάει; Στη Ρώμη; Ή στην Αυστραλία; Στην Αλάσκα; Γιατί πάλι Αλάσκα; Ποια Αλάσκα; Τι θα έκανε εκεί; Όμως δεν ήταν μόνο αυτό που τον ανησυχούσε. Όσο μάζευε τις ελιές του, ο Τζότο ντι Ούμπρια είχε χρόνο να σκεφτεί. Και όσο περισσότερο σκεφτόταν διάφορα μέρη της γης (Ναι, ακριβώς. Όλης της γης. Οι δύο άντρες δεν του είχαν μιλήσει για κανέναν απολύτως περιορισμό. Ο Τζότο μπορούσε να διαλέξει όποιο μέρος ήθελε.), τόσο πιο περίπλοκο του φαινόταν το έργο του να πάρει απόφαση. Όχι επειδή δεν του έρχονταν στο μυαλό τα πιο διαφορετικά μέρη. Αλλά επειδή, κάπου στη μέση της εβδομάδας, ο Τζότο συνειδητοποίησε ότι όποιο μέρος κι αν διάλεγε, αυτό θα έμενε το μοναδικό μέρος του κόσμου που θα έβλεπε, εκτός από το Λενγκοντόρο όπου γεννήθηκε. Κι αυτή η σκέψη τον συγκλόνισε.
Οι φθινοπωρινές μέρες τελείωσαν. Μερικές βροχερές χειμωνιάτικες μέρες έφεραν ανατολικούς ανέμους. Ο Τζότο ντι Ούμπρια είχε αδυνατίσει και τον περισσότερο καιρό ήταν ξαπλωμένος στο σιδερένιο κρεβάτι του και σιωπούσε. Η κυρία Αουρέλια ήταν πολύ ανήσυχη και ανέβαινε να τον δει επτά φορές τη μέρα. Κοίταζε με λύπη το κρεβάτι, έπαιρνε το ανέγγιχτο φαγητό και γύριζε να καθίσει με τον Τζότο ακόμη λίγα λεπτά. Αντάλλαζαν καμιά κουβέντα κι η κυρία Αουρέλια κατέβαινε τη στενή σκάλα προς το ισόγειο κουνώντας το κεφάλι και σκουπίζοντας κανένα δάκρυ που κυλούσε στα ζυγωματικά της σαν σταγόνα από τις χειμωνιάτικες βροχές.
Ο Τζότο ντι Ούμπρια ήταν πολύ ταραγμένος. Και για την ταραχή του δεν φαινόταν κανένα γιατρικό. Καμία διέξοδος. Το νήμα της σκέψης του τον είχε οδηγήσει σε μερικούς συλλογισμούς. Κι αυτοί οι συλλογισμοί είχαν σχηματίσει έναν τέλειο και κλειστό κύκλο. Έτσι, όταν έφτανε στο τέλος του τελευταίου συλλογισμού, βρισκόταν μπροστά στον επόμενο λογικό συλλογισμό και για πολλοστή φορά διαπίστωνε ότι είχε γυρίσει στην αρχή. Ο κύκλος που σχημάτιζαν οι σκέψεις του δεν ήταν και τόσο περίπλοκος. Πρώτα ερχόταν η σκέψη ότι θα έπρεπε να διαλέξει προορισμό για το ταξίδι που είχε κερδίσει. Ακόμη κι αν τα κατάφερνε σ’ αυτό, αμέσως ορθωνόταν μπροστά του το ερώτημα αν, κάνοντάς το, οι δύο άντρες θα εμφανίζονταν το επόμενο πρωί. Αν δεν έρχονταν, όλα θα έμεναν όπως πριν, και σ’ αυτό το σημείο των συλλογισμών του ο Τζότο έβρισκε μια σύντομη ησυχία. Αν όμως εμφανίζονταν, αυτό θα σήμαινε ότι όλα ήταν αληθινά και ότι θα ταξίδευε στον τόπο που είχε διαλέξει την προηγούμενη μέρα. Τι θα γινόταν όμως αν είχε ήδη αλλάξει γνώμη για το ταξίδι; Αν είχε ήδη διαλέξει άλλο μέρος; Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ότι δεν θα άλλαζε την απόφασή του για το μέρος του κόσμου που ήθελε να δει. Και γιατί να βασανίζεται μ’ αυτό το ερώτημα, αν τελικά επρόκειτο για ένα κακόγουστο αστείο; Αυτό, τουλάχιστον, ήταν εύκολο να το μάθει. Αρκούσε να διαλέξει τον τόπο όπου είχε όρεξη να ταξιδέψει. Κι εδώ ο κύκλος έκλεινε και, ταυτόχρονα, άρχιζε ξανά. Ο Τζότο ντι Ούμπρια είχε δημιουργήσει χωρίς να το θέλει αυτόν τον κλειστό κύκλο, που τον βασάνιζε ήδη αρκετούς μήνες και μετέτρεπε τις νύχτες του σε ατέλειωτη περιπλάνηση. Περιπλάνηση από την οποία δεν ήταν σε θέση να βρει διέξοδο. Και δεν ήθελε να συμβουλευτεί κανέναν. Φοβόταν ότι θα τον περνούσαν για τρελό και θα έχανε τη σχεδόν θεϊκή λατρεία των γειτόνων του. Πιο πολύ όμως τον στενοχωρούσε η κυρία Αουρέλια. Γιατί το έκανε αυτό σ’ εκείνη και στον εαυτό του; Γι’ αυτό, αφού πέρασε ακόμη μερικές βασανιστικές μέρες και νύχτες συλλογιζόμενος, ένα προμεσήμερο στα τέλη του Φλεβάρη ο Τζότο ντι Ούμπρια σηκώθηκε από το κρεβάτι του. Πλύθηκε και ντύθηκε. Ακούμπησε στο κομψά καμπυλωτό πλαίσιο του κρεβατιού του και χαμογέλασε με το ρημαγμένο του χαμόγελο. Παραπατώντας, κατέβηκε να φάει κάτι και να καθίσει λίγο στον μεγάλο προθάλαμο. Η κυρία Αουρέλια τον πρόσεξε ενώ ήταν ακόμη στη σκάλα. Άνοιξε διάπλατα το στόμα και δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη.
— Καλημέρα σας, κυρία Αουρέλια! Πώς είστε σήμερα;
— Κύριε, Θεέ μου, και Εσύ, Παναγία μου, κύριε Τζότο! Είμαι καλά. Και κάτι παραπάνω από καλά! Χαίρομαι τόσο που σας βλέπω! Έχετε εβδομάδες να κατεβείτε. Θέλετε να σας ετοιμάσω κάτι να φάτε;
— Θα σας είμαι πολύ ευγνώμων! Με ευχαρίστηση θα έτρωγα οτιδήποτε. Νιώθω τόσο πεινασμένος.
Ενώ η ηλικιωμένη γυναίκα πηγαινοερχόταν, ο Τζότο ντι Ούμπρια κάθισε στον πάγκο δίπλα στο φαρδύ ξύλινο τραπέζι και κοίταξε προς την πόρτα.
— Είστε αλήθεια καλύτερα πια, κύριε Τζότο; ρώτησε η κυρία Αουρέλια, ερχόμενη προς το μέρος του με δύο μεγάλα μπολ στα χέρια.
— Αλήθεια, κυρία μου. Νομίζω πως αρχίζω να συνέρχομαι. Σκεφτόμουν μάλιστα μήπως ταξίδευα λίγο, για να αλλάξω παραστάσεις, αλλά το μετάνιωσα. Τώρα είμαι αλήθεια καλύτερα.
Η κυρία Αουρέλια είχε αφήσει τα μπολ πάνω στο τραπέζι.
— Να ταξιδέψετε; Πώς σας ήρθε αυτό, κύριε Τζότο; Ύστερα το σκέφτηκε και ρώτησε:
— Βασικά, ίσως η ιδέα σας να μην ήταν κακή. Γιατί το μετανιώσατε;