Ποίημα
Στις όχθες του Στρυμόνα
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · По поречието на Струма
Κι απ’ τον Στρυμόνα κύλησε άμμος
προς το ξεραμένο στόμα της θάλασσας.
Αρπακτική μου κι αδιάφθορη
έρημε,
άδειο ποτήρι,
που εμπιστεύτηκες όλο σου το νερό
στον ουρανό
και δεν πήρες ούτε ένα σύννεφο γι’ αυτό.
Πώς ρουφούσαν τα χείλη
και πώς σκάγανε απ’ την ξηρασία.
Έτσι ήταν γραφτό τους!
Καλά να πάθουν, τα καταραμένα!
Να μη διψούσαν!
Ας σωπάσουμε όσο πιο συντετριμμένα
μέσα σε όλη την κιτρινοάμμινη σιωπή
που μόνο υπαινισσόταν
πως βροχή δεν θα ξαναρθεί.
Κι ούτε καν αυτή η σκέψη
δεν μπόρεσε να με ξεδιψάσει.