Ποίημα
Ο καθρέφτης
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Огледалото
Τεντωμένος σφίγγω τον κόμπο
στους μυς του χαλαρού κορμιού
και στις φλέβες τις κρυμμένες χρόνια —
τη λιπαρή σοφία τους βάζω
στις πτυχές — καμπύλες από φαλακρά φρύδια
χαράζουν το αφηρημένο βλέμμα.
Το σώμα αποκοιμιέται — δυσκίνητο σαν
μια σκέψη διωγμένη, μα που γύρισε —
οι λιγδιασμένες πτυχές της — σε παχιά σάρκα —
κρυμμένες οι καλαμένιες επιθυμίες
με ιδρωμένα δάχτυλα σφίγγω
αναμνήσεις κάποιου άλλου,
που έφυγε από καιρό
1996