Καλοκαιρινό κόψιμο λιωμένου χρυσού
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Лятно рязане на разтопено злато
Ανοίγει η νύχτα σαν ψαλίδι,
γέρνει προς τα γόνατά της η μέρα
κι ο ήλιος μπαίνει από βαθιές σπηλιές
πίσω απ’ τις κόκκινες ανταύγειες, στους βράχους.
Σηκωμένα φουστάνια
των χαμηλών ομιχλών στη ρεματιά.
Λούζονται οι βράχοι στο χρυσάφι.
Ανοιχτό στο στήθος ριγεί το μπουφάν μου
κι ο αέρας με λικνίζει.
Αμμώδεις κατεβαίνουν μέσα της οι μέρες
κι ο κυλημένος τους χρόνος
αναστενάζει και ξεψυχά από ηδονή
και κολλά λιωμένο καλοκαίρι
στις ρόδες.
Στο κεφάλι μου,
η χυμένη νυχτερινή δροσιά
κυλά σε ρυάκια στο στήθος του μπουφάν,
και στην κολλημένη σκόνη του καλοκαιριού
(Έτσι φτιάχνονται η λάσπη κι οι άνθρωποι.)
Είναι ωραία στο σπίτι (θυμάμαι),
μα το ίδιο το σπίτι — δεν το θυμάμαι.
Κάθε φορά που το θελήσω,
μπορώ να γυρίσω
σ’ αυτή την ανάμνηση
και το φθινόπωρο που κόλλησε στα πόδια μου μπορεί
να μου τη θυμίσει
Κατεβαίνει η μέρα
στα γόνατα της ανοιγμένης νύχτας
και το ψαλίδι της αποτραβιέται
τρυφερά…