Οι χαμένες ιδέες
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Загубените идеи
Στην κοιλάδα των χαμένων ιδεών οδηγεί ένα στενό μονοπάτι σκεπασμένο με μύθους.
Χαμένους κι αυτούς ανάμεσα στους καμένους παπύρους της Αλεξάνδρειας. Περιζωσμένη ολόγυρα από γυμνά βράχια, χωρισμένη από το νερό της θάλασσας με μια έρημο, κάπου εκεί μέσα στην άμμο, ανάμεσα σε ένα βουνό που υψώνεται μοναχικό, απλώνεται η κοιλάδα.
Στον πάτο της, στρωμένο με τις πέτρες του χρόνου, αναπαύονται οι χαμένες ιδέες των ανθρώπων, οι ξεχασμένες αναμνήσεις, οι στιγμιαίες εμπνεύσεις, τα ωραία οράματα που κάποιος είδε φευγαλέα αλλά από αφηρημάδα προσπέρασε, οι πρώτες νότες της άγραφης σονάτας που τόσο θα μου άρεσε, μερικές προτάσεις από τη μέση του αναρχίνητου βιβλίου για την κοιλάδα των χαμένων ιδεών, θολές κηλίδες από την κάτω δεξιά γωνία ενός πίνακα αγνώστου ζωγράφου, λουλούδια που δεν χαρίστηκαν και έμειναν να μαραθούν στον κήπο… Από τον σωρό δίπλα στο ρυάκι προεξέχει και ο τροχός εκείνης της μηχανής που θα έκανε όλες τις άλλες περιττές… Δύσκολα το περιγράφω, γιατί τα περισσότερα απ’ όσα έβλεπα δεν είχαν ακόμη ξεκαθαρισμένη μορφή και χρώματα, ήχους ή πρόσωπο. Σε κάποιον θα φαινόταν αρκετά… άμορφο.
Εκεί κείτονται και όλες οι ξεχασμένες παιδικές αναμνήσεις, όλες οι αποκαλύψεις που ελήφθησαν πριν τις επισκεφθεί Εκείνη. Την τελευταία στιγμή πριν από Εκείνη. Και στη σκιά των φοινίκων, στολισμένων με κουκουνάρια κυπαρισσιού, είναι σκορπισμένες οι λάμψεις μαργαριταριών που ποτέ δεν συνελήφθησαν… Είναι ωραία μέσα στην απεραντοσύνη της αυτή η συλλογή. Μαγεμένος, κοιτούσα τα θραύσματα της ανεκπλήρωτης ομορφιάς. Είχα πια όλο τον χρόνο του κόσμου μπροστά μου για να απολαύσω την ολική εικόνα, και δεν βιαζόμουν. Είχα αρκετό χρόνο για να εξετάσω και να αγγίξω κάθε ιδέα χωριστά. Εκείνος που μου έδωσε τον χάρτη για να φτάσω στην κοιλάδα θα ήταν ήσυχος. Γιατί παρέλειψε να μου αναφέρει μια σημαντική λεπτομέρεια. Από την κοιλάδα έβγαινε κανείς μόνο από μια στενή πύλη με πέτρινα θεμέλια και σκουριασμένη σιδερένια αψίδα. Και πάνω στην αψίδα, με μικρά σιδερένια γράμματα, ήταν γραμμένο:
«Για να ανοίξεις αυτή την πύλη, βρες το σχήμα του πιο μακρινού σκοτεινού αστερισμού και βάλ’ το στην κλειδαριά.»
Είχα αναβάλει τη λύση του αινίγματος επ’ αόριστον, γιατί ο τόπος πρόσφερε ατέλειωτα ευρήματα, κι εξάλλου δεν βιαζόμουν να πάω πουθενά.