Το συμπόσιο του Αχιλλέα, η ασπίδα του Αχιλλέα, η σκηνή του Αχιλλέα,
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Пирът на Ахил, щитът на Ахил, палатката на Ахил,
κατά την αφήγηση της χελώνας,
που είχε φτάσει πρώτη.
Έδενε το παπιγιόν του
κι όλο του φαινόταν πως
από κάπου θα έμπαιναν οι πολλές σκλάβες
της μητέρας του.
Θα τον βοηθούσαν.
Θα έδεναν τον κόμπο.
Εντελώς τέλειο.
Θα έφτιαχναν τον γιακά.
Θα τίναζαν τα πέτα του φράκου.
Θα υποκλίνονταν σιωπηλά.
Ως το έδαφος.
Βγαίνοντας.
Στη μακρινή του πατρίδα.
Κοιτάζοντας τον αντίλαλο
του εαυτού του
και τα μικρά κομμάτια
του προσώπου του
που γύριζαν πίσω
από την ασπίδα,
τον αναπληρωματικό καθρέφτη,
και την ανάσα του,
κρυμμένη στις χούφτες του,
μουρμούρισε σιγανά:
«Ώρα για συμπόσιο, Ελένη.
Όχι για ήρωες...»
Λίγο αργότερα
ο ανατολικός άνεμος,
ο εραστής των κυμάτων
κι ο μάγος των βράχων,
έγλειφε τη σκηνή απ’ έξω,
της υποσχόταν αδιανόητες ηδονές
κι εκείνη, η αδύναμη,
εύκολα αποπλανημένη,
θυμήθηκε
το παραμύθι μιας χελώνας
για ένα κοριτσάκι
που πήγε στον χορό
με την πιο όμορφη άμαξα και
τα πιο λευκά άλογα.
Τα όνειρά της δεν αποκοιμιούνταν ποτέ
πριν από τα μεσάνυχτα,
κι εκείνη, για να μη μείνει μόνη,
ξαγρυπνούσε μαζί τους.