Πεζό
Τσιν, τσιν
Αλέξανδρος Άντροβ
Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Чан чан
Τσιν, τσιν.
Έχασες το αισθητήριο
να σκορπάς
θρύψαλα.
Τσιν, τσιν.
Σου έμεινε
η γνώση
να μαζεύεις
κομμάτια.
Τσιν, τσιν,
στον δρόμο,
πασπαλισμένο
με στιγμές,
αποσπάσματα,
μερίδια,
θραύσματα,
αποκόμματα,
ψίχουλα και
μικρούς βράχους —
βοτσαλάκια.
Τσιν, τσιν,
ακούς
τον ήχο απ’ τα δικά σου
βήματα.
Κολλάει
πάνω τους
τσιν, τσιν.